Caché: Η επιστροφή του απωθημένου και η αποικιοκρατική ενοχή
[Disclaimer: Για μια πιο ουσιαστική προσέγγιση των θεματικών της ταινίας, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει αναφορά σε ορισμένες καίριες σκηνές, χωρίς όμως να αποκαλύπτονται οι βασικές ανατροπές ή η έκβαση της ιστορίας.]
Στις 17 Οκτωβρίου του 1961, δεκάδες χιλιάδες Αλγερινοί κατακλύζουν τους δρόμους του Παρισίου, διαμαρτυρόμενοι κατά της γαλλικής αποικιοκρατικής κυριαρχίας που είχε επιβληθεί στην πατρίδα τους για περισσότερο από έναν αιώνα. Η Κυβέρνηση de Gaule απαντά με σφοδρή καταστολή, εξαπολύοντας τις αστυνομικές δυνάμεις εναντίον των διαδηλωτών. Οι γαλλικές αρχές εκτιμάται ότι ευθύνονται για τον θάνατο 200 έως 300 Αλγερινών, πολλοί εκ των οποίων ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου ή πνίγηκαν στον Σηκουάνα. Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί η ημέρα αυτή έμεινε στην ιστορία ως η Σφαγή του Παρισιού.
Ωστόσο, η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε συστηματικά τα γεγονότα, αναγνωρίζοντας επισήμως μόλις δύο θανάτους και επιβάλλοντας αυστηρή λογοκρισία στη δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων. Η απουσία οπτικοακουστικού υλικού από εκείνη την ημέρα είναι ενδεικτική αυτής της αποσιώπησης. Μάλιστα, μέχρι την κυκλοφορία του Caché το 2005, ελάχιστα έργα είχαν επιχειρήσει να προσεγγίσουν άμεσα τα ενοχικά κατάλοιπα της σφαγής στη συλλογική μνήμη της γαλλική κοινωνία.
Αφού, όμως, οι άνθρωποι που υπήρξαν υπεύθυνοι τόσο για τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου όσο και, ευρύτερα, για το αποικιακό καθεστώς που τα γέννησε, έχουν προ πολλού εκλείψει, τίθεται το ερώτημα: ποιος λογοδοτεί για τις πράξεις τους; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι «κανείς», μόνο εάν οι συνέπειες τόσων δεκαετιών αποικιοκρατίας εξέλιπαν μαζί τους. Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στις κοινωνίες που υπέστησαν τις επιπτώσεις αυτού του συστήματος αποκαλύπτει το αντίθετο, αφού τα τραύματα όχι μόνο επιμένουν αλλά και αναπαράγονται στο παρόν.
Στο Caché , όπου ο Michael Haneke διερευνά, μεταξύ άλλων, αυτή ακριβώς τη θεματική, η έννοια της ευθύνης μετατοπίζεται από το ιστορικό παρελθόν στη πραγματικότητα του παρόντος. Ο κεντρικός χαρακτήρας δεν έρχεται αντιμέτωπος με το ένοχο παρελθόν του μέσω μιας διαδικασίας ιστορικής αναστοχαστικότητας ή ηθικής μετάνοιας, αλλά μέσω μιας άμεσης και απειλητικής εισβολής στην καθημερινότητά του, η οποία καθιστά το παρελθόν αναπόδραστα ενεργό.
Όπως και σε άλλες ταινίες του Αυστριακού auteur, έτσι και στο Caché η απειλή εγγράφεται σε χώρους που, κατ’ αρχήν, αποπνέουν ασφάλεια και οικειότητα στους χαρακτήρες. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Haneke στρέφει το βλέμμα του στον κατεξοχήν ιδιωτικό χώρο: το οικογενειακό σπίτι. Η φαινομενικά αδιάφορη καθημερινότητα του Georges και της Anne, ενός ζευγαριού της παρισινής αστικής τάξης, διαταράσσεται όταν εντοπίζουν μια βιντεοκασέτα τοποθετημένη έξω από την εξώπορτα της οικείας τους. Η προβολή της αποκαλύπτει πολύωρη καταγραφή ενός στατικού πλάνου της πρόσοψης του σπιτιού τους, γεγονός που αρχικά εκλαμβάνεται ως κακόγουστη φάρσα, πιθανώς προερχόμενη από το περιβάλλον του γιού τους.
Η αρχική αυτή στάση αποδεικνύεται σύντομα αβάσιμη, καθώς ακολουθούν νέες κασέτες, τοποθετημένες με τον ίδιο τρόπο. Σε μία εξ αυτών επαναλαμβάνεται η στατική καταγραφή της οικείας, ενώ σε μια άλλη η κάμερα εστιάζει στο σπίτι όπου μεγάλωσε ο Georges, εισάγοντας έτσι μια σαφή μετατόπιση της προσοχής μας προς το παρελθόν του. Οι κασέτες συνοδεύονται από ανατριχιαστικά, παιδικής αισθητικής σχέδια, από τα οποία το ένα απεικονίζει μια ανθρώπινη μορφή να βήχει αίμα, ενώ το άλλο ένα κοτόπουλο τη στιγμή του αποκεφαλισμού.
Υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, ο Georges αρχίζει να υποπτεύεται τον Majid, τον γιο Αλγερινών εργατών που απασχολούνταν στο κτήμα της οικογένειάς του και οι οποίοι φέρεται να χάθηκαν κατά τη διάρκεια της Σφαγής του Παρισιού. Μετά την εξαφάνισή τους, οι γονείς του Georges είχαν εκφράσει την πρόθεση να υιοθετήσουν Majid, χωρίς όμως η διαδικασία να ολοκληρωθεί ποτέ. Πριν αποφασίσει να τον αναζητήσει, ο Georges επισκέπτεται τη μητέρα του, η οποία, προς έκπληξή του, δηλώνει πλήρη άγνοια για την ύπαρξη του Αλγερινού αγοριού, υποδεικνύοντας έτσι μια ενδεικτική αδιαφορία για το – όχι και τόσο ευχάριστο – παρελθόν.
Όταν ο Georges φτάνει τελικά στο λιτό διαμέρισμα του Majid, τον κατηγορεί ευθέως για την «αναστάτωση» που έχει διαταράξει τη ζωή του. Ωστόσο, ο Αλγερινός αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή. Στη συνέχει μας αποκαλύπτεται και η πραγματική πηγή της βεβαιότητας του Georges ως προς την ενοχή του Majid: ομολογεί ότι, όταν οι γονείς του σκόπευαν να υιοθετήσουν το παιδί, είχε καταφύγει σε ψευδείς ισχυρισμούς προκειμένου να αποτρέψει την υιοθεσία. Συγκεκριμένα είχε ισχυριστεί ότι τον είδε να βήχει αίμα και να αποκεφαλίζει έναν κόκορα.
Από το σημείο αυτό και έπειτα, το Caché καθιστά σαφέστατη την αλληγορική του διάσταση ως προς την αποικιοκρατία. Ο Georges, από τη σκοπιά του αποικιοκράτη, ενσαρκώνει αυτό που συμβατικά ορίζεται ως «πολιτισμένο»: είναι ο πατριάρχης μιας εύπορης, τυπικής αστικής οικογένειας, εγκατεστημένος σε ένα σύγχρονο, καλοδιατηρημένο χώρο, όπου τα βιβλία που καλύπτουν σχεδόν ολοκληρωτικά τους τοίχους, λειτουργούν συμβολικά, ως όρια που τον απομονώνουν (ή και τον διαφυλάσσουν) από τον έξω κόσμο. Στον αντίποδα, ο Majid αναδεικνύεται ως προϊόν των ίδιων των ιστορικών συνθηκών της αποικιοκρατίας: ένα υποκείμενο εκτοπισμένο, το οποίο έχει ενταχθεί, παρά την θέλησή του, σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο που του παραμένει ξένο. Παρά τις επιφανειακές χειρονομίες ένταξης εκ μέρους τη κυρίαρχης κοινωνίας, η εμπειρία του σημαδεύεται από μια βαθύτερη αίσθηση αποκλεισμού και ετεροκαθορισμού.
Τη φαινομενικά εκλεπτυσμένη και αυτάρκη πραγματικότητα του Georges έρχεται να υπονομεύσει τόσο το σκοτεινό αποικιακό παρελθόν της χώρας του όσο και το προσωπικό του ιστορικό. Ο χαρακτήρας εμφανίζεται να στοιχειώνεται από ένα διάχυτο αίσθημα ενοχής, χωρίς ωστόσο να παύει να αυτοπροσδιορίζεται ως το κατεξοχήν θύμα της κατάστασης. Δεν επιδεικνύει καμία ουσιαστική διάθεση αναστοχασμού ή μεταμέλειας για τα εγκλήματα που συνδέονται με το εθνικό του παρελθόν – στάση η οποία, ακόμη και εάν υιοθετούνταν, δύσκολα θα επέφερε απτές αλλαγές. Αντιθέτως, η ανάληψη προσωπικής ευθύνης για τη μοίρα του Majid παραμένει μια ρεαλιστική και άμεσα προσβάσιμη δυνατότητα, την οποία, ωστόσο, ο Georges φαίνεται να αποφεύγει συστηματικά, γεγονός που εντείνει την εσωτερική του δυσφορία. Παράλληλα, επιχειρεί να εκλογικεύσει τις υποψίες του περί ενοχής του Majid, ερμηνεύοντάς την ως μια μορφή εκδικητικής ανταπόδοσης για τα ιστορικά δεινά που υπέστη ο Αλγερινός λαός από τη Γαλλία.
Ένα κεντρικό σημείο κριτικής που έχει αναδειχθεί από διανοούμενους προερχόμενους από πρώην (ή και νυν) αποικιοκρατούμενες κοινωνίες αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι δυτικοί ιστοριογράφοι και αναλυτές προσεγγίζουν τους μη δυτικούς πολιτισμούς. Στο εμβληματικό έργο Orientalism, ο Edward Said αναλύει τον τρόπο με τον οποίο ο δυτικός ακαδημαϊκός λόγος συγκροτεί και αναπαράγει έναν ευρωκεντρικό τρόπο θέασης της Μέσης Ανατολής. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι σχετικές μελέτες συχνά δεν αποσκοπούν σε μια ουσιαστική αντικειμενική κατανόηση των εν λόγω πολιτισμών, αλλά λειτουργούν επιβεβαιωτικά ως προς προϋπάρχουσες δυτικές προκαταλήψεις, συμβάλλοντας έτσι στη διαιώνιση ιεραρχικών και ανισοβαρών σχέσεων εξουσίας.
Με ανάλογο τρόπο, ο Georges δεν επιδεικνύει ουσιαστικό ενδιαφέρον για όσα έχει να πει ο Majid. Διαμορφώνει εκ των προτέρων ένα ερμηνευτικό σχήμα για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και τον ανακρίνει πρωτίστως με στόχο την επιβεβαίωση των ήδη παγιωμένων υποθέσεών του. Όταν ο Majid απορρίπτει κατηγορηματικά τις εις βάρος του υποψίες, ο Georges εμφανίζεται εμφανώς εκνευρισμένος και επιμένει στην απαίτηση μιας «ομολογίας». Σε ένα ευρύτερο επίπεδο αναλογίας, η στάση αυτή παραπέμπει σε μια γνώριμη δυναμική: η Δύση αναμένει από τις κοινωνίες που υπήρξαν ή παραμένουν αντικείμενα αποικιοκρατίας να συμμορφώνονται με προκαθορισμένα αφηγήματα, επιβάλλοντας ερμηνευτικά σχήματα που επιμένουν να αγνοούν τις ίδιες τις φωνές των υποκειμένων. Οι «άλλοι» καλούνται έτσι, να επιβεβαιώσουν μια εκ των προτέρων κατασκευασμένη αφήγηση, η οποία εξυπηρετεί τη διατήρηση υφιστάμενων σχέσεων ισχύος.
Λίγο αργότερα στην ταινία, το μοναχοπαίδι της οικογένειας Laurent, ο Pierrot, εξαφανίζεται. Παρά την απουσία οποιουδήποτε τεκμηριωμένου στοιχείου, ο Georges σπεύδει να αποδώσει την ευθύνη στον Majid, οδηγώντας τον τελικά στη σύλληψη με την κατηγορία της απαγωγής. Η υπόθεση αυτή, ωστόσο, καταρρέει σύντομα, καθώς αποκαλύπτεται ότι ο Pierrot δεν είχε απαχθεί, αλλά είχε περάσει τη νύχτα στο σπίτι ενός φίλου του χωρίς να ενημερώσει τους γονείς του. Το περιστατικό λειτουργεί αποκαλυπτικά ως προς τους μηχανισμούς προβολής και αυθαίρετης ενοχοποίησης που ενεργοποιεί ο Georges, επιβεβαιώνοντας την αδυναμία του να αποδεχθεί την αβεβαιότητα της αμφισβήτησης και να αναστοχαστεί κριτικά όσα θεωρεί ο ίδιος βέβαια.
Αμέσως μετά τα γεγονότα αυτά, ο Majid καλεί τον Georges στο διαμέρισμά του, προκειμένου να συνομιλήσουν. Η σκηνή που ακολουθεί, αναδεικνύει τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα της αποικιοκρατίας φαίνεται να μπορούν να αποκτήσουν φωνή – μονάχα μέσω της βίαιης ρήξης. Στη σχετική βιβλιογραφία (τη σοβαρή, όχι αυτή από νεοφιλελέδες) έχει επισημανθεί επανειλημμένα ότι οι διαδικασίες αποαποικιοποίησης ποτέ δεν θα μπορούσαν να εξελιχθούν ως ισότιμοι, ειρηνικοί διάλογοι. Αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια δομική ασυμμετρία ισχύος, η οποία καθιστά τη σύγκρουση αναπόφευκτη και αναγκαία. Η βία, παρότι συχνά εκδηλώνεται αρχικά εντός των ίδιων των αποικιοκρατούμενων κοινωνιών, τείνει τελικά να επιστρέφει και προς τον αποικιοκράτη, ως συνέπεια των ίδιων των συνθηκών που εκείνος έχει διαμορφώσει.
Η δυναμική αυτή βρίσκει καίρια δραματουργική έκφραση στην κλιμάκωση του Caché . Ο Majid εμφανίζεται να επιδιώκει απεγνωσμένα μια μορφή απελευθέρωσης από τα δεσμά που το επέβαλε η αποικιακή συνθήκη, ενώ ο Georges δεν δείχνει ούτε πρόθεση ούτε ικανότητα να απολέσει το προνομιακό πλεονέκτημα που αντλεί από αυτή τη σχέση. Αντιθέτως, προτείνει μια κατ’ επίφαση συμφιλίωση, η οποία όμως προϋποθέτει την αποδοχή της ενοχής από την πλευρά του Majid. Η «προσφορά» αυτή δεν συνιστά πραγματικό διάλογο, αλλά αναπαραγωγή της ίδιας ιεραρχικής δομής, όπου ο λόγος του ισχυρού επιβάλλεται ως μοναδικό πλαίσιο ερμηνείας της πραγματικότητας.








0 comments