Δεν πρόκειται για στιγμές χωρίς νόημα που γεμίζουν το δίωρο της ταινίας, ούτε για παύσεις που περιμένουμε να τελειώσουν. Είναι στιγμές που νιώθουμε πως ό,τι και να πουν οι ήρωες, κάτι λείπει, και αυτό το κάτι ξεγυμνώνεται από το τοπίο, και το τοπίο αυτό, δεν είναι ούτε θάλασσες, ούτε βουνά, ούτε εντυπωσιακά μακρινά μέρη: είναι η άσφαλτος.
Παρατήρησα πως υπάρχουν πολλές αγαπημένες μου ταινίες όπου ο δρόμος συνομιλεί τόσο ενεργά με τους χαρακτήρες που φιλοξενεί, και έτσι τις χώρισα σε κάποιες κατηγορίες. Το εξής μέρος είναι αφιερωμένο στον ασιατικό κινηματογράφο, όπου φαίνεται πως οι δημιουργοί του καταλαβαίνουν εκ βαθέων τη δύναμη της σιωπηλής συμφωνίας ανάμεσα στον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων και τον εξωτερικό κόσμο.
Υ.Γ.: Το κείμενο αποδείχθηκε μικρο-πρόκληση για μια κύρια αιτία: όση ελευθερία χαρίζουν οι στιγμές στις οποίες ένιωσα την ανάγκη να αναφερθώ, άλλη τόση καμιά φορά «κλέβει» ο γραπτός λόγος. Επομένως, ορίστε, από εδώ όση ελευθερία κατάφερε να ζήσει γραπτά:
Decision to leave (Νότια Κορέα, 2022)
«Mου λείπει ο καιρός που με παρακολουθούσες», λέει κάποια στιγμή η Song So Rei, ύποπτη για φόνο, στον ντετέκτιβ, και συνοψίζουμε εδώ την τραγική παράνοια της ιστορίας τους. Η Απόφαση Φυγής στο μυαλό μου δεν είναι μια ενιαία ταινία, αλλά μια σπονδυλωτή ροή συνεχών διλημμάτων και αποφάσεων, που όλες λαμβάνονται κατά τη διάρκεια κάποιας φυγής αλλά και καταλήγουν σε αυτήν. Εδώ ο δρόμος γίνεται πεδίο όπου αναπτύσσονται εμμονές και σκοτεινές επιθυμίες, ενώ κάθε φορά που βρισκόμαστε εκεί μαζί με τους ήρωες ένα κομμάτι της μνήμης και της πραγματικότητάς τους έχει χαθεί. Ο δρόμος είναι ο τρίτος συμπρωταγωνιστής με δική του αυτόνομη πορεία: ξεκινώντας ως απαραίτητο συστατικό αστυνομικού θρίλερ και χώρο παρακολούθησης, χωρίς να το καταλάβουμε παίρνει ηδονοβλεπτική χροιά. Έχουμε πολλά σημεία όπου οι δύο βρίσκονται και οι δυο σε δρόμο, αλλά σε πολλά διαφορετικά σημεία, επικοινωνώντας έμμεσα, με κάποιον διαμεσολαβητή, είτε αυτός είναι τηλέφωνο, είτε είναι ένα παράθυρο. Από την άλλη, αν και έχουμε ελάχιστα σημεία όπου βρίσκονται στο ίδιο σημείο (όπως στο περιπολικό, σε ρόλους αστυνομικού και υπόπτου, ή στο τέλος της ιστορίας το οποίο δεν θα το αποκαλύψουμε), εκεί αισθανόμαστε εντονότερα τη συναισθηματική εγγύτητα και ένταση. Άρα, τελικά, ακόμα δεν ξέρω εάν ο δρόμος εδώ ενώνει, ή περισσότερο χωρίζει, τους δυο ήρωες.
Drive my car (Ιαπωνία, 2021)
Οι καθημερινές διαδρομές που κάνει ένας σκηνοθέτης με την οδηγό του δίνουν μαθήματα εμπιστοσύνης, πρώτα στον εαυτό μας, έπειτα στη ζωή και τον χρόνο και τέλος, στους γύρω μας. Παρόλο που η ταινία κυλάει με τους συνήθεις ιαπωνικούς κινηματογραφικούς ρυθμούς συμβαδίζοντας αρκετά με την ρεαλιστική πάροδο του χρόνου, έχει μια λανθάνουσα κλιμάκωση στη σχέση των δυο ηρώων. Εδώ ο δρόμος γίνεται ευκαιρία για δυο ανθρώπους με μεγάλα χάσματα μεταξύ τους να εισχωρήσουν ο ένας στη ζωή του άλλου. Δυο σημεία ξεχωρίζουν: πρώτον, όσο ιδιωτικές και αν γίνονται οι στιγμές τους, ποτέ δεν υποκύπτουμε σε κάποιον ερωτικό υπαινιγμό, και δεύτερον εξελίσσεται μια ειλικρινής γνωριμία που σέβεται κάθε –αμήχανο- στάδιο. Το παράδοξο θάρρος της Μισάκε να οδηγήσει αμέτρητες ώρες προς έναν τόπο που την πλήγωσε βαριά και να τον γνωρίσει στον Γιουσούκε ελπίζοντας ότι θα του προσφέρει γαλήνη, η αμοιβαία κατανόηση που προκύπτει όταν ο σκηνοθέτης επιτρέπει τελικά στην Μισάκε να ανάψει τσιγάρο μέσα στο αμάξι και αυτή το ανάβει απλώνοντας –χαριτωμένα άβολα- το χέρι της εκτός της οροφής, συνοψίζουν την τυπικότητα αλλά και τις ρωγμές της στη σχέση τους. Όταν καπνίζουν και οι δυο στο αμάξι, δεν βλέπουμε αυτούς, αλλά τα χέρια τους απλωμένα έξω από την οροφή, να «κάνουν παρέα» το ένα στο άλλο, με τα νυχτερινά φώτα της πόλης και τον δρόμο όλο και να μεγαλώνει πίσω τους, αποτελεί την υπόσχεση μιας σχέσης που δε ζητάει περισσότερα ούτε δημιουργεί περιττές εντάσεις για σασπένς˙ περιορίζεται στο μοναδικό σημείο που οι ζωές των δυο προσώπων τέμνονται, δηλαδή στον δρόμο.


























.jpg)


.jpg)