Πρόσφατα ο Κινηματογραφικός Τομέας Πολιτιστικού Τομέα Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών, διοργάνωσε στον χώρο της Ίριδας, ένα αφιέρωμα σε μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής τέχνης και του πειραματικού κινηματογράφου, Φρίντα Λιάππα, η οποία μάλιστα υπήρξε μέλος του Τομέα. Παρακολουθήσαμε 3 ταινίες μικρού μήκους της δημιουργού, σε αποκαταστημένες ψηφιοποιημένες κόπιες και έπειτα ακολούθησε συζήτηση με τον σκηνοθέτη Κυριάκο Αγγελάκο. Η Φρίντα Λιάππα κατάφερε όπως λίγοι άλλοι Έλληνες κινηματογραφιστές της εποχής, να συνδυάσει πετυχημένα όρους πολιτικούς με τα συναισθηματικά βαρίδια που καθρέφτιζαν ολόκληρο το ελληνικό κοινωνικό σύνολο και την ίδια. Ας μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα βάσει των 3 προβαλλόμενων ταινιών.
Μετά 40 μέρες, 1972
Η παράδοξη συντακτικά αυτή παράταξη των λέξεων αναφέρεται στις 40 μέρες βασικής εκπαίδευσης των φαντάρων. Εμείς λοιπόν ακολουθούμε έναν επαρχιώτη φαντάρο στο «μετά», στην πρώτη του άδεια στην Αθήνα, όπου περιπλανιέται αναζητώντας διασκεδάσεις και απολαύσεις. Ξεκινάμε με πλάνα από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με δυο φαντάρους να περπατάνε κοντά στα προσφυγικά, άρα και κοντά στις –γκρεμισμένες πια- φυλακές Αβέρωφ, όπου η Λιάππα είχε βρεθεί ως πολιτική κρατούμενη. Η προοπτική αυτή προσδίδει έναν φόρο τιμής στον αγώνα της και τα βάσανα που υπέστη εξαιτίας του αλλά και στην ίδια την ελευθερία, εξαιτίας της οποίας μπορεί πλέον να αποτυπώνει ό,τι κοιτούσε μέσα από τη φυλακή: τότε από μέσα προς τα έξω, πλέον από έξω προς όποια πλευρά επιθυμεί.
Όλη αυτή η περιπλάνηση του φαντάρου (όπως εύστοχα σχολίασε προλογίζοντας και η κριτικός κινηματογράφου Cinefaki «το σώμα ενός φαντάρου που περιπλανιέται είναι πολιτικό σχόλιο») σε μια πόλη ξένη προς αυτόν, με φόντο μαγαζιά, φώτα και διαφημιστικές γιγαντοαφίσες, κλείνουν το μάτι στην ανιαρότητα και τη ματαιοδοξία σε μια τέτοια εποχή. Βρισκόμαστε στο 1972, όταν η Χούντα κατέστησε τον στρατό αυστηρά υποχρεωτικό και τις αναβολές μη ισχύουσες, οι νέοι λοιπόν δεν είχαν άλλη λύση παρά να παρατήσουν φιλοδοξίες, οικογένειες, σπουδές, εργασίες και να υπηρετήσουν το στρατιωτικό καθεστώς. Οι νόμοι ήταν απολύτως άκαμπτοι, ο δωσιλογισμός και η τιμωρητική διάθεση βρίσκονταν παντού και η εξέγερση ήταν έτοιμη να φουντώσει. Με αυτό το κοινωνικοπολιτικό φόντο ο νεαρός φαντάρος που ακολουθούμε, φαίνεται απλώς να υπομένει την τύχη του περιμένοντας μάλλον παθητικά το τέλος της θητείας του. Τέλος, να σχολιάσουμε την αίσθηση που μας δίνει η κίνηση του φακού σε όλη την ταινία: σαν να κρυφοκοιτάμε, σαν να προβαίνουμε σε κάποια παράνομη πράξη. Συναισθανόμαστε τον συνεχή δυνητικό κίνδυνο που απλωνόταν σα σκιά σε κάθε γωνία του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των ανθρώπων και ακόμα παραπάνω των αγωνιστών κατά του καθεστώτος.
Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις, 1976
Η Λιάππα αποδίδει την Μεταπολίτευση μέσω μιας ερωτικής -κατεξοχήν- ιστορίας. Το ζευγάρι, μια αρθρογράφος εφημερίδας με αριστερές ιδεολογίες, και ένας άνεργος ηθοποιός συζούν παρατηρώντας καθημερινά τις σχέσεις τους και τις διαφορετικές τους ανάγκες και ανησυχίες. Βλέπουμε τις διαφορετικές δυναμικές στο δίπολο αρσενικού-θηλυκού όπως αυτό σκιαγραφείται σε έναν ερωτικό δεσμό. Ο άντρας φαίνεται περισσότερο χαλαρός, με μια παρορμητική διάθεση να εξερευνήσει μέρη και ανθρώπους, κάτι που τελικά κάνει αφήνοντας τη γυναίκα πίσω. Αυτή, τον περιμένει, αφοσιωμένη στο κόμμα και την εργασία της, και διεκδικώντας βασικά δικαιώματα, όπως στη σκηνή που λογομαχεί για την άδειά της. Αυτή η αντίθεση φυγής (αναζήτησης του άλλου) και αναμονής (διεκδίκησης), εκφράζει την αστάθεια και τη σύγχυση της νέας γενιάς που προσπάθησε να βγει από τα προγενέστερα καλούπια και να βρει μια κινητήριο δύναμη στην οργή της για μια καλύτερη ζωή.
Μπορεί το δίπολο των χαρακτήρων των δυο φύλων να μας φαίνεται πλέον κάπως στερεοτυπικό. Δεν πρέπει όμως να αγνοήσουμε το γεγονός πως μιλάμε για 50 χρόνια πριν, και για μία δημιουργό με αριστερές ιδεολογίες, στις οποίες μπορεί το αίτημα του φεμινισμού να ήταν υπαρκτό –με τις συνθήκες της εποχής-, αλλά κυρίως ενδιαφέρουν οι σχέσεις των ανθρώπων ως πολιτικά όντα που δρουν σε ένα σύνολο, και όχι βάσει της φύσης του φύλου. Επομένως, το σχόλιο της Λιάππα θεωρείται μάλλον πρωτότυπο, αφού παρουσιάζει τις σχέσεις και τις αποφάσεις των δυο ως αποτελέσματα χρόνιων κοινωνικών και συναισθηματικών καταπιέσεων και επίσης, ως ατομικές αντιδράσεις σε αυτές. Αυτό που τονίζεται ακόμα παραπάνω είναι η δυσκολία της διατήρησης της τρυφερότητας δυο εραστών και η κατάρριψη των ρόλων αυτών που τους έχουν δοθεί εκ των προτέρων, όταν ταυτόχρονα ο κόσμος γύρω τους συνεχώς αλλάζει και μαζί του αλλάζουν και οι ίδιοι.
Κρατάμε το δίλημμα στο οποίο «εξαναγκαστικά» και ίσως ασυνείδητα μπαίνουν, όπου τελικά επικρατεί η ανάγκη για επιβίωση και η βελτίωση αυτού του κόσμου εις βάρος της προσωπικής ευτυχίας και του συναισθηματισμού. Έτσι και αλλιώς όπως λέει η ηρωίδα στην ταινία, η κοινωνία είναι αυτή που διαμορφώνει τα πάντα. Άρα, πώς θα μπορούσε το άτομο να είναι ευτυχισμένο με τον εαυτό και τις σχέσεις του όταν η κοινωνία είναι σε διάλυση;
Απεταξάμην, 1980
Η πιο ονειρική ταινία, από τις τρεις που προβλήθηκαν. Φτάνουμε ίσως στο απόγειο των σκηνοθετικών και φωτογραφικών ικανοτήτων της σκηνοθέτριας, με πλάνα γεμάτα αντιθέσεις, αντικατοπτρισμούς, ισχυρά φώτα και χρώματα. Μέσω της ροής (που αρκετά θύμισε ιταλικό horror και Dario Argento) παρακολουθούμε ένα κορίτσι που περνά το βράδυ μόνο του διαβάζοντας στο σπίτι των θείων του. Η νύχτα όσο κυλάει γίνεται όλο και πιο φρικιαστική, με έναν τρόπο όμως που θυμίζει παραμύθι, όνειρο ή παραίσθηση. Από την παράνοια που προκαλεί το υπερβολικό και τυποποιημένο διάβασμα για τις πανελλήνιες εξετάσεις και το σχόλιο για το σύστημα που δημιουργεί αυτή την αναγκαιότητα, μέχρι τη διαρκή απειλή που αισθάνεται το κορίτσι και τελικά την εισβολή στον ίδιο της τον ιδιωτικό χώρο, η αγωνία και η αίσθηση του αλλόκοτου κορυφώνονται˙ και όλα αυτά μέσω του συμβολισμού του γυναικείου βιώματος που οδηγεί τη μικρή ηρωίδα σε πλήρη παράνοια. Η ταινία τελειώνει πολύ δυναμικά, με άτομα που εισβάλλουν στο σπίτι με φιλική πρόθεση φαινομενικά, να καταλήγουν να «παίζουν» με το κορίτσι, σπρώχνοντας το γυμνό της σώμα επιθετικά, αντιμετωπίζοντάς το ως άψυχο, άβουλο αντικείμενο.
Δημιουργώ χώρο εδώ για μια προσωπική παρατήρηση-σύνδεση: στην πρώτη ταινία έχουμε το σώμα του φαντάρου που περιπλανιέται, εδώ το σώμα του κοριτσιού που το περιπλανούν, και στις δυο περιπτώσεις επιβάλλεται κάποια μοίρα που προκαλεί παθητική αποδοχή και το συναίσθημα της «ζάλης».



.png)
0 comments