Afternoons of Solitude: Το πιο αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ της χρονιάς
Δύο χρόνια μετά τη μεγάλη επιτυχία του Pacifiction (2022), που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από κριτικούς και κοινό, ο Albert Serra επιστρέφει με την ίσως πιο διχαστική ταινία της καριέρας του μέχρι σήμερα. Το Afternoons of Solitude δεν δίχασε εξαιτίας της – αναμφισβήτητης – τεχνικής του αρτιότητας, αλλά κυρίως λόγω του θέματος που πραγματεύεται.
Στο ντοκιμαντέρ παρακολουθούμε τον διάσημο ταυρομάχο Andrés Roca Rey μέσα σε τρία πολύ συγκεκριμένα πλαίσια: στο ξενοδοχείο, καθώς ετοιμάζεται φορώντας την φανταχτερή στολή της ταυρομαχίας ή την αφαιρεί μετά το τέλος της αναμέτρησης, στο αυτοκίνητο, πηγαίνοντας προς την αρένα ή γυρνώντας από αυτήν, και φυσικά, μέσα στην ίδια την αρένα, τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με τον ταύρο.
Η προσέγγιση του Serra ισορροπεί ανάμεσα στις φόρμες του ποιητικού και του παρατηρητικού (observational) ντοκιμαντέρ. Από τη μία πλευρά, δίνεται μεγάλη έμφαση στη ρυθμικότητα και στη τονικότητα της ταινίας, με έντονα φορμαλιστικό καδράρισμα και με έναν διακριτικό αλλά σαφή συμβολισμό να αναδύεται μέσα από τις εικόνες. Από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα της αναμέτρησης στην αρένα, η προσέγγιση γίνεται αυστηρά παρατηρητική – η κάμερα αποστασιοποιείται και αφήνει τη δράση να ξεδιπλωθεί μπροστά μας.
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων ταυρομάχου και ταύρου χρησιμοποιούνται τρεις κάμερες – ένα κλασικό setup του Serra ακόμη και στις περισσότερες ταινίες μυθοπλασίας του – τοποθετημένες στις κερκίδες, ανάμεσα στους απλούς θεατές. Ο σκηνοθέτης αξιοποιώντας το ισχυρότατο, υψηλής ποιότητας zoom που, προσφέρουν οι ψηφιακές κάμερες, καταγράφει με λεπτομέρεια τις εκφράσεις και τις κινήσεις τόσο του Roca Rey όσο και του ζώου, χωρίς όμως να χάνεται ποτέ η αίσθηση της απόστασης της κάμερας από τη δράση. Το μάτι αντιλαμβάνεται συνεχώς ότι πρόκειται για zoom, κάτι που αποτρέπει το αίσθημα άμεσου κινδύνου και στρέφει την προσοχή μας αλλού: στον ίδιο τον ταυρομάχο, στην ομάδα του, αλλά και στον εκάστοτε ταύρο που βρίσκεται απέναντί του.
Η εικονογραφία του Afternoons of Solitude εκπέμπει χάρη, ισορροπία και μια αξιοθαύμαστη «ακρίβεια». Ένα από τα στοιχεία που κάνουν την ταινία να ξεχωρίζει από οποιοδήποτε σύγχρονο ντοκιμαντέρ είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τον χώρο. Οι σκηνές μέσα στην αρένα, παρά τις γιγαντιαίες διαστάσεις της, μοιάζουν παράδοξα (σχεδόν επιθετικά) κλειστοφοβικές. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από μία πολύ συνειδητή επιλογή – τη σχεδόν πλήρη απουσία του κοινού από το κάδρο. Το πλήθος που παρακολουθεί το γκροτέσκο αυτό υπερθέαμα παραμένει σχεδόν αόρατο, ενώ ακούμε μονάχα τις κραυγές αγωνίας, ανακούφισης ή ενθουσιασμού, που έρχονται από αυτό.
Έτσι η αρένα μετατρέπεται σε έναν σχεδόν αφηρημένο χώρο, όπου οι διαστάσεις και τα όριά της παραμένουν θολά. Η παρουσία του κοινού περνά σε δεύτερη μοίρα και το βλέμμα μας εγκλωβίζεται ολοκληρωτικά στην αναμέτρηση ανάμεσα στον ταυρομάχο και το άγριο ζώο.
Εξίσου αφηρημένη, καθ’ όλη τη ταινία, είναι και η αίσθηση του χρόνου. Ο Albert Serra έχει ισχυριστεί σε συνεντεύξεις ότι τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ διήρκεσαν περίπου δύο χρόνια, συγκεντρώνοντας εξακόσιες με εφτακόσιες ώρες υλικού, από τις οποίες τελικά προέκυψε μια ταινία περίπου δύο ωρών. Ωστόσο μέσα στο ίδιο το φιλμ δεν μεταφέρεται καθόλου η αίσθηση αυτού του εκτεταμένου χρονικού διαστήματος. Αντίθετα, κυριαρχεί μία σχεδόν πλήρης χρονική αοριστία. Η αφήγηση είναι τόσο ελλειπτική σε σημεία, ώστε ο θεατής αδυνατεί να καταλάβει αν ανάμεσα σε δύο ταυρομαχίες έχουν περάσει δύο μέρες, δύο μήνες ή δύο χρόνια. Αυτή η ασάφεια ενισχύει την ποιητική διάσταση του έργου, θολώνοντας ακόμη περισσότερο τα όρια ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και μια πιο αφηγηματική, ίσως μυθοπλαστική εμπειρία.
Την ώρα του αιματηρού θεάματος, όταν κοιτάμε τον Roca Rey, βλέπουμε έναν άνθρωπο στο πεδίο της μάχης. Μπορεί να μην τον βλέπουμε ποτέ να χάνει (οι snuff ταινίες είναι παράνομες, ευτυχώς), ωστόσο δεν βγαίνει ποτέ πραγματικά αλώβητος. Ακόμη και όταν αναδεικνύεται νικητής, η ένταση της σύγκρουσης είναι εμφανής στο σώμα και το βλέμμα του. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή, μετά από μια ιδιαίτερα βίαιη αναμέτρηση, όπου ο ταύρος τον χτυπά με δύναμη με το σημείο ανάμεσα στα κερατά του, ο Rey καταφέρνει τελικά να επιβληθεί. Αφού καρφώσει το σπαθί στο σημείο όπου βρίσκεται ο εγκέφαλος του ζώου, στρέφεται προς το νεκρό πλέον θηρίο και το επευφημεί – σαν να το ευχαριστεί για το έλεος που του έδειξε μέσα στη μάχη.
Ταυτόχρονα όμως ακούμε και έναν από τους συνεργάτες του να φωνάζει (με εμφανή ένταση στη φωνή του) «Τράβα να βρεις τη μάνα σου!», απευθυνόμενος στο νεκρό ζώο με μία καθηλωτικά ντροπιαστική ασέβεια. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο καθοριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Albert Serra χειρίζεται τον ήχο για τη δραματουργία του Afternoons of Solitude.
Σε όλη τη διάρκεια των σκηνών μέσα στην αρένα, ακούμε τα μέλη της ομάδας να αντιδρούν ακαριαία σε όσα συμβαίνουν μπροστά τους. Οι φωνές τους, οι προτροπές, οι κραυγές αγωνίας ή ενθουσιασμού λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας που σχολιάζει τη δράση. Είναι άλλωστε οι ίδιοι άνθρωποι που μοιράζονται τον κίνδυνο με τον ταυρομάχο, βάζοντας συνεχώς τη ζωή και την ασφάλειά τους σε ρίσκο για να στηθεί ένα θέαμα που, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι, βασίζεται τελικά σε μία μάλλον σαδιστική ανάγκη του κοινού να δει αίμα να χύνεται.
Κλείνοντας, θεωρώ σημαντικό να ξεκαθαρίσω, πως για να παρακολουθήσει κανείς το Afternoons of Solitude δεν χρειάζεται απαραίτητα να θεωρεί ηθική την παράδοση των ταυρομαχιών – με τον ίδιο τρόπο που δεν χρειάζεται να είναι υπέρ της ακραίας βίας για να απολαύσει μια ταινία slasher. Ωστόσο, αν πιστεύεις ότι η τόση έμφαση στην ομορφιά του εν λόγω τελετουργικού, θα σε εμποδίσει ολοκληρωτικά να εκτιμήσεις το craft και το πάθος που έχει βάλει ο Serra στο αριστούργημά του, έχεις κάθε δικαίωμα να το αγνοήσεις.





0 comments