Το Οτιδήποτε: Όταν τα μεγάλα της ζωής γίνονται αθόρυβα

 

Ο Γιώργος Αθανασίου με την νέα του ταινία, έδωσε μια ανάσα φρεσκάδας που μας υπενθυμίζει τη δύναμη να μνημειοποιούμε αυτές τις καθημερινές, απλές και ήσυχες στιγμές της ζωής μας που τελικά καθορίζουν τα πάντα μέσα και έξω από μας˙ μια υπενθύμιση όλων αυτών που στέκουν αθόρυβα κοντά μας και δεν τα κοιτάζουμε αρκετά.

Η εκδρομή των δυο πρωταγωνιστών σε ένα μικρό ορεινό χωριό, φαίνεται σαν μια διαρκής πρόκληση. Οι δυο τους καταφεύγουν εκεί ελπίζοντας πως μέσα στη φύση και την ησυχία που τους περιβάλλει θα καταφέρουν να ξεκινήσουν ένα μουσικό πρότζεκτ. Έτσι, ξεκινάει μια σειρά πειραματισμών, συζητήσεων και εξορμήσεων, από τις οποίες διψάνε να πάρουν αυτό που ζητάνε: την έμπνευση, που φαίνεται ότι ποτέ δεν έρχεται όταν την θέλουν. Όλη η εκδρομή τους μοιάζει με ένα ειρωνικό παιχνίδι, στο οποίο προσπαθούν να απελευθερωθούν μανιωδώς από αυτά που τους περιορίζουν πέφτοντας ξανά και ξανά στην ίδια παγίδα, να υποκύπτουν σε καλούπια και να μπαίνουν μέσα τους. 

Η πρώτη παγίδα των ηρώων μας, θα έλεγα ότι είναι αυτή η ασφαλής αίσθηση πως οφείλουν να βρουν απόλαυση σε αυτό που γνωρίζουν ήδη, πως μόνο μπροστά μπορούν πια να προχωρήσουν, πως δεν πρέπει να υπάρχει χρόνος για διάλειμμα. Ιδέες που σίγουρα τους εμποδίζουν όταν έρχεται η στιγμή να δημιουργήσουν και να ψάξουν με απόλυτη ειλικρίνεια αυτό που τους εκφράζει στο «τώρα» και όχι σε ένα μακρινό «τότε». Και πράγματι στο σημείο αυτό, με ιδιαίτερη οικειότητα και έναν άλλοτε πιο τρυφερό και άλλοτε χωρίς φιοριτούρες ρεαλισμό αποτυπώνεται η αναζήτηση του τέλειου και του «φρέσκου» στην καλλιτεχνική τους δημιουργία, και ταυτόχρονα η ανάγκη για απόλαυσή, γιατί χωρίς αυτήν κάτι μοιάζει λάθος. Σύντομα όμως, αυτός ο μύθος που φαίνεται μάλιστα να είναι το συστατικό που θεμελιώνει τη σχέση των δυο φίλων αλλά και των προσωπικών τους ταυτοτήτων, σταδιακά καταρρίπτεται. Εδώ βρίσκεται η πρώτη «ήττα», ο ψίθυρος στο αυτί ότι αυτό που σε ολοκλήρωνε παλιά, δε σε ολοκληρώνει πλέον (και δεν πειράζει).

Έπειτα, έχουμε τη φύση, η οποία φαίνεται να κατέχει έναν τρίτο πρωταγωνιστικό ρόλο. Αρχικά, μοιάζει να υπόσχεται πως θα τους χαρίσει σχεδόν μαγικά τις απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Προχωρώντας, αποδεικνύεται μια μικρή ρομαντική ψευδαίσθηση, μετατρέπεται παραπάνω σε παιχνίδι και μάθημα, δίνοντας διαρκώς ευκαιρίες στους ήρωές μας να καταλάβουν πως τίποτα από αυτά που αναζητούν δεν βρίσκεται έτοιμο και πως για να κάνουν πράγματι ένα βήμα έχει έρθει η ώρα για την υπέρβαση.

Αυτό που θέλω κάπου εδώ να σχολιάσω, είναι πως η επαναληπτικότητα κάποιων διαλόγων είναι κάτι που μπορεί σε ορισμένα σημεία να ενοχλήσει. Ωστόσο, πιστεύω εν μέρει, πως η επιλογή του αυτοσχεδιασμού στην ταινία έδωσε ακριβώς την ελευθερία που της άρμοζε, και πως η μερική αίσθηση της επαναληπτικότητας δε θα μπορούσε να λείπει από μια τόσο ρευστή και κοντά στην πραγματικότητα ταινία.

Μάλιστα, θεωρώ πως οι συζητήσεις που κάνουν οι δυο φίλοι ανακαλούμενοι αναμνήσεις και παρελθόν, είναι αυτό το διακριτικό στοιχείο που τους ανασέρνει στην πραγματικότητά τους. Χτυπάει το καμπανάκι για να τους προειδοποιήσει πως η ζωή τους δεν έχει σταματήσει να κυλάει, και πως ήρθε η στιγμή  να παίξουν πράγματι με νέους όρους. Η αμηχανία και η δυσκολία τους είναι και αυτά νέος όρος, και δεν χαρακτηρίζουν μόνο τις μικρές ματαιώσεις που βιώνουν σε όλο το οδοιπορικό τους, αλλά και τις ασταμάτητες συζητήσεις τους, οι οποίες γίνονται το κλειδί για την ανακούφιση και το ξεμπλοκάρισμα που χρειάζονται. Η ευκαιρία τους να μιλήσουν για το…οτιδήποτε, να μοιραστούν μικρές –συχνά αστείες και άχαρες- σκέψεις και να τις μετατρέψουν σε κάτι μεγάλο, είναι αυτό που τελικά τους απελευθερώνει.

Μια σατιρική και σουρεαλιστική πινελιά που αστειεύεται με την παραπάνω σκέψη, είναι ένας μυστηριώδης τρομακτικός ήχος που επαναλαμβάνεται σε διάφορες στιγμές της διαμονής τους (άραγε στιγμές ανασφάλειας ή στιγμές κάποιας διαύγειας;). Και φυσικά όταν οι φίλοι αποφασίζουν να πάρουν δράση, να ψάξουν και τελικά να βρουν την προέλευσή του, ο ήχος σταματάει μια για πάντα, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται αν είχε κάποια ουσία όλη η αναζήτησή του.

Ας κρατήσουμε από τους δυο φίλους λοιπόν, την πρόκληση, την  αποδόμηση των προσωπικών τους κατασκευασμάτων  και την απόφαση να δημιουργήσουν  χώρο για να χτίσουν κάτι νέο. Και αυτή η αποδοχή, δε γίνεται θεαματικά, αλλά ήσυχα και προσωπικά. Μπορούν να υπάρξουν όρια, αλλά είναι αυτά που βάζουμε οι ίδιοι, και ίσως ακόμα και το «οτιδήποτε» με τα όριά του να είναι κάτι που τους (και μας) περιορίζει. 

0 comments