Corpse Bride: Η θηλυκότητα μέσα από το σκοτάδι του Tim Burton


Υπάρχουν κάποιες ταινίες για τις οποίες αποφεύγω να γράψω, κυρίως γιατί αισθάνομαι πως όσα κι αν ειπωθούν δε θα μπορέσουν ποτέ να αποτυπώσουν επαρκώς το μεγαλείο του κόσμου που ξεδιπλώνεται μπροστά μας κατά τη διάρκεια της προβολής τους. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη να μιλήσω για όσα αγαπώ και με ενθουσιάζουν είναι μεγαλύτερη από την επιθυμία μου να βρω τα «σωστά» λόγια. Και αν υπάρχει μία ταινία για την οποία αυτό ισχύει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, αυτή είναι το Corpse Bride του Tim Burton, που εδώ και σχεδόν μία δεκαετία παραμένει η αγαπημένη μου.

Την πρώτη φορά που είδα τη συγκεκριμένη ταινία ήμουν δεκαεπτά χρονών. Ήταν ένα βροχερό, φθινοπωρινό Σάββατο, μόλις είχα γυρίσει από το φροντιστήριο και ήξερα πως, πιθανότατα, εκείνη θα ήταν η μόνη «έξοδος» της ημέρας, καθώς είχα μπροστά μου αμέτρητες ώρες διαβάσματος για τις Πανελλήνιες. Πριν περάσω, λοιπόν, το υπόλοιπο της ημέρας πάνω από ένα βιβλίο αρχαίων, αποφάσισα να εκμεταλλευτώ τον καιρό και να δω μια σκοτεινή ταινία, έτσι ώστε να αποφορτιστώ λίγο από την απογοήτευση ενός ακόμη «χαμένου» Σαββατοκύριακου- δεν ήξερα πως αυτό που επρόκειτο να παρακολουθήσω θα ήταν ένα από τα πιο φωτεινά πράγματα που θα έμπαιναν στη ζωή μου εκείνη την περίοδο.

Ως έφηβο κορίτσι που σεβόταν τον εαυτό του, μπήκα στο Pinterest και έψαξα «Best Movies for Fall». Ανάμεσα στις αμέτρητες προτάσεις, η ματιά μου κόλλησε σε μια λεπτή, μπλε φιγούρα με τεράστια μάτια, χαμένη μέσα σε ένα νυχτερινό, σχεδόν απόκοσμο σκηνικό. Μπλε, μαύρο, σκοτάδι- όλα όσα χρειαζόμουν για να πειστώ. Δεν χρειάστηκαν ούτε κριτικές ούτε υπόθεση ούτε δεύτερη σκέψη.

Ήδη από τα πρώτα λεπτά της ταινίας ένιωσα ερωτευμένη με το σύμπαν της. Ο Βίκτωρ, ένας εσωστρεφής και ντροπαλός νεαρός, γνωρίζει τη Βικτόρια, μια εξίσου ντροπαλή και συνεσταλμένη κοπέλα, μέσα από το προξενιό που έχουν κανονίσει οι οικογένειές τους. Οι δυο τους προορίζονται να παντρευτούν, όχι τόσο από έρωτα, όσο επειδή οι οικογένειές τους βλέπουν σε αυτή την ένωση μια ευκαιρία να εξασφαλίσουν την οικονομική τους κατάσταση.

Εκείνοι, όμως, ερωτεύονται πραγματικά και έτσι, όταν ο Βίκτωρ βρίσκεται σε ένα δάσος για να κάνει πρόβα την πρόταση γάμου που σκοπεύει να κάνει στη Βικτόρια, προσπαθώντας να περάσει το δαχτυλίδι σε ένα κλαδί δέντρου, ανακαλύπτει πως αυτό που νόμιζε για κλαδί είναι στην πραγματικότητα το χέρι της Έμιλυ, μιας νεκρής νύφης.

Χωρίς να το καταλάβει, ο Βίκτωρ έχει μόλις κάνει πρόταση γάμου σε μια νεκρή γυναίκα- και εκείνη, την αποδέχεται. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η Έμιλυ προσπαθεί να πείσει τον Βίκτωρ να παραμείνει μαζί της στον κάτω κόσμο, καθώς θεωρεί πως, με την πρότασή του, της έχει δώσει μια υπόσχεση.

Αυτό που μου αρέσει να λέω πάντα όταν μιλώ για αυτή την ταινία είναι πως, προσωπικά, πιστεύω ότι αποτελεί μια ιστορία που εμπεριέχει το θηλυκό στοιχείο με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Μέσα από την πλοκή της παρουσιάζονται κοινές γυναικείες εμπειρίες, αλλά και σύμβολα και χρώματα που έχουν διαχρονικά συνδεθεί με τη θηλυκότητα.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, βλέπουμε πως η Έμιλυ συγκρίνεται συνεχώς με τη Βικτόρια, προσπαθώντας να αποδείξει ότι είναι πιο άξια να δεχτεί την αγάπη του Βίκτωρ. Οι γυναίκες έχουμε μεγαλώσει σε μια κοινωνία όπου μαθαίνουμε από μικρές να συγκρινόμαστε μεταξύ μας για τα πάντα- από το ποια έχει τα καλύτερα ρούχα, μαλλιά και σώμα, μέχρι το ποια έχει πιο γοητευτική προσωπικότητα. Μας μαθαίνουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να είμαστε ανταγωνιστικές μεταξύ μας, να βλέπουμε η μία την άλλη ως αντίπαλο και να αισθανόμαστε πως δεν υπάρχει αρκετός χώρος για όλες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στίχοι του τραγουδιού «Tears to Shed», βασικό κομμάτι του soundtrack της ταινίας:

What does that wispy little brat have - Τι έχει αυτή η μικροκαμωμένη κακομαθημένη

That you don't have double? - που εσύ δεν τα έχεις διπλά;

And that silly little creature - Και αυτό το ανόητο πλασματάκι

Isn't wearing his ring - δεν φοράει το δαχτυλίδι του

And she doesn't play piano - και δεν παίζει πιάνο

Or dance, or sing - ούτε χορεύει ούτε τραγουδάει

No, she doesn't compare - Όχι, δεν συγκρίνεται μαζί σου

Ένα ακόμη στοιχείο που θεωρώ πως συνδέεται έντονα με τη θηλυκότητα στην ταινία είναι η σελήνη, η οποία κατέχει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Σε πολλές παραδόσεις, η σελήνη αποτελεί ένα σύμβολο που έχει συνδεθεί με τη γυναικεία ενέργεια και τον συναισθηματικό κόσμο. Στην περίπτωση της Έμιλυ, η σύνδεση αυτή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα μέσα από τη φράση της: «I spent so long in the darkness, I’d almost forgotten how beautiful the moonlight is» - «Πέρασα τόσο καιρό στο σκοτάδι, που σχεδόν είχα ξεχάσει πόσο όμορφο είναι το φως του φεγγαριού».

Για εμένα, τα λόγια αυτά σηματοδοτούν μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Έμιλυ αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της, αλλά και τη σχέση της με τις γυναίκες. Η συνειδητοποίηση αυτή δεν γίνεται ξεκάθαρη παρά μόνο προς το τέλος της ταινίας. Ωστόσο, η αναφορά της Έμιλυ στη σελήνη είναι η αρχή αυτής της εσωτερικής αλλαγής. Η Βικτόρια παύει, έστω και σταδιακά, να αποτελεί απλώς την «άλλη γυναίκα» με την οποία πρέπει να συγκριθεί ή να ανταγωνιστεί για την αγάπη του Βίκτωρ και η νεκρή νύφη μας, αρχίζει να αναγνωρίζει πως και οι δύο είναι γυναίκες που έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με τις ίδιες κοινωνικές προσδοκίες και περιορισμούς. Μετά από αυτό το σημείο, η Έμιλυ έρχεται σε επαφή με μια διαφορετική πραγματικότητα- εκείνη της γυναικείας αλληλεγγύης.

Από την άλλη πλευρά, η ιστορία της Έμιλυ αγγίζει έναν πολύ πιο σκοτεινό, αλλά ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο φόβο ο οποίος, δυστυχώς, αποτελεί ακόμη μια κοινή εμπειρία για τις περισσότερες (αν όχι για όλες) τις γυναίκες- την αίσθηση ότι δεν είμαστε πάντοτε ασφαλείς δίπλα σε έναν άνδρα. Η Έμιλυ κουβαλά το βάρος ενός τραύματος, το οποίο έχει επηρεάσει τη σχέση της με την αγάπη, την εμπιστοσύνη και την ίδια της την αξία. Είναι ένας φόβος που πολλές γυναίκες έχουμε νιώσει, έστω και σε διαφορετικές μορφές, ενώ για κάποιες η απειλή αυτή έχει πάρει πολύ πιο οδυνηρές διαστάσεις.

Και κάπου εδώ θεωρώ πως αξίζει να σταθούμε και στον Βίκτωρ. Ο τρόπος με τον οποίο ο Tim Burton επιλέγει να τον παρουσιάσει είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων, καθώς απέχει από το πρότυπο του στερεοτυπικού άνδρα της εποχής του. Δεν είναι σκληρός, επιβλητικός ή συναισθηματικά αποστασιοποιημένος.

Αντίθετα, είναι ευαίσθητος, τρυφερός και συνεσταλμένος, ενώ εκφράζει τον φόβο και την αμηχανία του. Μοιάζει να είναι συμφιλιωμένος με την ευαισθησία του και, κατ’ επέκταση, με τη θηλυκή πλευρά του, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να την καταπιέσει ή να την κρύψει. Αυτή η αποδοχή είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα σε έναν κόσμο όπου οι ρόλοι των φύλων παρουσιάζονται τόσο αυστηρά καθορισμένοι.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ στην Έμιλυ. Αποτελεί, για πολλούς λόγους, τον αγαπημένο μου κινηματογραφικό χαρακτήρα και χαίρομαι που έχω, επιτέλους, την ευκαιρία να μοιραστώ όλα όσα σημαίνει για εμένα, πέρα από τους δύο ανθρώπους που έχουν ακούσει αμέτρητες φορές τις αναλύσεις μου για το συναισθηματικό βάθος αυτής της καθηλωτικά όμορφης νύφης.

Η Έμιλυ μού έμαθε πως, όσο άδικη κι αν είναι η ζωή, έχουμε πάντα τη δυνατότητα να επιλέγουμε το καλό. Μου έμαθε πως το φως δεν θα υπήρχε χωρίς το σκοτάδι και πως οι άνθρωποι και οι καταστάσεις δεν είναι πάντοτε όπως φαίνονται με την πρώτη ματιά. Μου υπενθύμισε πόσο σημαντικό είναι να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα συναισθήματά του, ακόμη κι όταν αυτά έρχονται σε αντίθεση με τα δικά μας. Μου έμαθε πως η ευαισθησία και ο ρομαντισμός είναι απαραίτητα στοιχεία για να συνδεθούν οι άνθρωποι όλων των κόσμων και πως, όταν αγαπάς πραγματικά κάποιον, αυτό που σε ενδιαφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι να είναι ευτυχισμένος, είτε μαζί σου είτε χωρίς εσένα.

Σε έναν πιο ανάλαφρο τόνο, μου έμαθε πως τα μιούζικαλ ίσως τελικά να μην είναι πάντα βαρετά και μου επιβεβαίωσε πως, μάλλον, τα αγαπημένα μου χρώματα θα είναι για πάντα το μαύρο και το μπλε.

Έμιλυ, μεγάλη αγκαλιά για όλα όσα είσαι. Σε ευχαριστώ και θα σε σκέφτομαι κάθε φορά που θα βλέπω ή θα νιώθω πεταλούδες.

0 comments