Possession: Is There no Way Out of the Mind? – Sylvia Plath

 

Πλέκεις πλεξούδες τα μαλλιά σου κι εκείνες πέφτουν ξέπνοες στους ώμους σου να ξεψυχήσουν. Εύχεσαι να είχες κι εσύ έναν ώμο να γείρεις – ή μάλλον κάποιος να είχε έναν ώμο για σένα. Τι να τους κάνεις όλους εκείνους τους ψυχρούς, που δεν σε αγαπούν ή σ’ αγαπάν μα απλώς δεν στο δείχνουν – δεν έχει σημασία ποιο από τα δύο, τα αισθάνεσαι ακριβώς το ίδιο…

“I can't exist by myself because I'm afraid of myself, because I'm the maker of my own evil…”

Στο Possession (1981), η Anna υποδέχεται τον άνδρα της, Mark – ο οποίος επιστρέφει στο σπίτι τους στο δυτικό Βερολίνο έπειτα από μια αποστολή κατασκοπείας – με ένα αίτημα: Θέλει διαζύγιο. Ενώ εκείνος το φέρει κατάκαρδα, θα της δώσει τον χώρο και τον χρόνο της και θα φύγει. Έως ότου μια μέρα, έχοντας ανακάμψει από την παρηγοριά του αλκοόλ, βρίσκει το παιδί τους παραμελημένο και την Anna να λείπει από το ανάστατο σπίτι. Η ίδια ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάποιος άλλος στη ζωή της αλλά η συμπεριφορά της είναι παράξενη οπότε ο Mark την παρακολουθεί, ακολουθώντας τα βήματά της σαν σκιά. Κι η Anna ολοένα και τρελαίνεται, εγκαταλείπει το σπίτι της ουρλιάζοντας, αποβάλλει στο μετρό και κυλιέται δαιμονοπαρμένη στο έδαφος. Σαν θάλασσα, πότε μυστηριωδώς ήρεμη, πότε φουρτουνιασμένη, πίσω από τα τακούνια της σέρνονται τα μακελειά που η ίδια της προκάλεσε. Με το ζόρι επιζούν μονάχα οι ιδεατές μορφές που έφτιαξαν ο ένας για τον άλλο…

Πίσω από το πέπλο του βαθύ συμβολισμού του, το Possession διαφαίνεται πρωτίστως ως μια αλληγορία για την αποσύνθεση των οικογενειακών σχέσεων και το διαζύγιο. Διαζύγιο από ποιόν και τι πρώτα; Από τον άνδρα της; Από την αποπνικτική ζωή της, την σφαγμένη της ψυχή; Από ένα παιδί που την δένει σε εκείνα που την πλήγωσαν, όλα αυτά που αγάπησε ώστε στο τέλος να μισήσει; Ή μήπως ένα διαζύγιο από την θηλυκότητα που της επιβλήθηκε; Αν είναι να σμίξει με την θηλυκότητά της που καταπιέστηκε, τότε μια χαρά έκανε. Ειλικρινά, την νιώθεις διότι την ξέρεις. Έχεις μισή από την κραυγή της στο δικό σου λαιμό και το φόρεμά της στην ντουλάπα σου. Τουλάχιστον εκείνη είχε τη γενναιότητα να ζήσει την διεστραμμένη αλήθεια της. Ο Mark άφησε τη δουλειά του για την οικογένειά του, η Anna αφήνει την οικογένειά της και καταδιώκει τον εαυτό της. Κρατώντας το όπλο στη μέση της, προσπαθεί να μαζέψει λίγο κουράγιο ενώ από κάτω της στα σκαλιά ψυχορραγούν εκείνα που δεν βάσταξε.

“Goodness is only some kind of reflection upon evil. That's all it is.”

Το δέρμα σου που μυρίζει γιασεμί σε αναγουλιάζει κι έτσι επιμένεις να το σκίσεις, τα μαλλιά σου αυτοκτονία και λεβάντα. Μόνο το πρώτο ποτίζει το μαξιλάρι που δαγκώνεις. Γιατί τρέμεις την ώρα που θα έρθει το πρωί και θα κάθεσαι στον καναπέ, την μία στιγμή να τον γλυκοκοιτάζεις, την επόμενη η σκέψη μόνο του αγγίγματός του να σου προκαλεί απέχθεια. Εκείνος πάντα χαμένος στην ποίησή του, την κατασκοπεία του. Να τον χτυπήσεις ή να σκοτωθείς; Τον άλλον τον σιχάθηκες, δεν σε πλήγωσε αρκετά μάλλον και πλήττεις. Πετάγεσαι στον δρόμο, μέσα στα αίματα, να πας κάπου που μόνο εσύ γνωρίζεις. Ίσως για να μείνεις μόνη, ίσως στην αγκαλιά του φανταστικού, του ιδανικού που κατασκεύασες με λεπτομερειακή επιπολαιότητα στον νου σου, επειδή κουράστηκες να μοιράζεις όλη σου την αγάπη μόνο και μόνο για να στην φτύσουν καταπρόσωπα. Πετάγεσαι στον δρόμο, αν χρειαστεί κι απ’ το παράθυρο…

Η αρχιτεκτονική βάζει θεμέλια και βολεύεται στο στήθος σου, σε πονάει και δεν μπορείς ούτε να ανασάνεις, μα σωπαίνεις. Μπρουταλισμός, κτίρια απρόσωπα φαντάσματα, θεόρατα γεωμετρικά σχήματα. Μια πόλη λουσμένη στον ζόφο, πνιγμένη στο τσιμέντο και τη γραμμικότητα. Στο κλιμακόμετρό της δεν αναγράφεται κάποιο κλάσμα 1/Κ, παρά μόνο η λέξη «αντιανθρώπινη». Μια πόλη βυθισμένη στις σκέψεις της, την διχόνοιά της, τις πολεμικές σειρήνες που αντηχούν στον αέρα, στα διαμερίσματα, στα κεφάλια των ανθρώπων που ανόρεχτα την κατοικούν. Μια πόλη χωρισμένη στα δύο με ένα τείχος και κάθε της μισό κατακερματισμένο σε ζευγάρια που όποτε κοιμούνται μαζί, ο καθένας είναι περισσότερο μόνος του από ποτέ. Η πόλη, η χώρα και οι ζωές της αποσυντίθενται, με φόντο στον καμβά τον Ψυχρό Πόλεμο· στο προσκήνιο, ένα σπίτι μοντέρνο κι ένα κλασικό ερείπιο, το δίπολο των ψυχών…

“We are all the same. Different words, different bodies, different versions. Like insects! Meat!”

Πλασμένη από θλιμμένους σκηνοθέτες που εκδιώχθηκαν από μια πατρίδα σε σήψη σε έναν άλλο σάπιο τόπο, ψυχρό και ασήκωτο. Αν ένας χαρακτήρας σε καταλαβαίνει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, αυτή είναι η Anna από το Possession. Γιατί τους αγαπάς όλους, μα δεν θέλεις να βλέπεις κανέναν. Γιατί πλέον, όπως εκείνη, δεν νιώθεις απολύτως τίποτα. Πράγμα που σε πνίγει, σε κάνει να χτυπιέσαι στους τοίχους και να τριγυρίζεις στους δρόμους με ένα σύννεφο φρενιασμένης μελαγχολίας να έχει σταθεί αφηρημένο στο μυαλό σου. Πυκνή ομίχλη, τόσο πυκνή που κάνεις να αναπνεύσεις και γεμίζουν τα πνευμόνια σου νερό.

Ας είχες μια φορά κάτι όμορφο να δεις, να φτιάξεις, να φροντίσεις, να γράψεις, έστω να ουρλιάξεις. Ας ήταν μια φορά να πεθάνει η πιθανότητα για να ζήσει η πίστη. Ας είχες, έστω για μια φορά, τη δύναμη να σε νοιάξει. Μα δεν νιώθεις πλέον τίποτα, για κανέναν…


Much Madness is divinest Sense -

To a discerning Eye -

Much Sense - the starkest Madness -

’Tis the Majority

In this, as all, prevail -

Assent - and you are sane -

Demur - you’re straightway dangerous -

And handled with a Chain. 


– Emily Dickinson

0 comments