Η δεύτερη εβδομάδα του 29ων Νυχτών Πρεμιέρας, το αφιέρωμα SCALA και το ΙΝΤΕΑΛ
Γράφει ο Θωμάς Παππάς
Βρισκόμαστε αισίως δύο μέρες μετά τους τίτλους τέλους του 29ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Μία κινηματογραφική γιορτή για την πόλη και την χώρα, που φέτος γέμισε με αξιόλογες προβολές και τμήματα, αφήνοντας όμως μία γλυκόπικρη επίγευση, αναλογιζόμενοι το μέλλον των αιθουσών μας που κλείνουν η μία μετά την άλλη. Ζώντας σε καιρούς αποσύνθεσης και κατακρεούργησης της τέχνης και της συλλογικής εμπειρίας που δεν συνοδεύεται από αποστειρωμένα κοκτέιλ σε ταράτσες ξενοδοχείων, ο κινηματογράφος και το σπίτι του, οι κινηματογραφική αίθουσα, δέχεται πόλεμο στο κέντρο της Αθήνας με τρανταχτό παράδειγμα το επερχόμενο κλείσιμο της αίθουσας «ΙΝΤΕΑΛ».
Την δεύτερη εβδομάδα του φεστιβάλ παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το αφιέρωμα SCALA. Ένα πρόγραμμα δεκαπέντε προβολών, αφιερωμένο στην θρυλική κινηματογραφική αίθουσα «Scala» του Λονδίνου. Αναφερόμενη ως η πιο εκλεκτική art house αίθουσα της Αγγλίας για μία δεκαπενταετία (1979-1993) και ένα μέρος που γαλούχησε κινηματογραφικά ξακουστές παρουσίες του παγκόσμιου καλλιτεχνικού χώρου, όπως και εκκεντρικούς θαμώνες και πανσεξουαλικές μορφές της νύχτας. Για την ιστορία, το 1993, το «Scala Cinema Club» μπήκε σε μία κατάσταση διαχείρισης της από εξωτερικούς παράγοντες αφότου έχασε μια δικαστική υπόθεση για μια παράνομη προβολή του «A Clockwork Orange» του Stanley Kubrick.
Ξεκινήσαμε με το «Blood and Black Lace», την δέκατη σε σειρά προβολή του αφιερώματος. Αναφερόμενη χαρακτηριστικά ως η μητέρα όλων των slasher ταινιών, η ταινία έμπλεξε μαεστρικά εικόνα και ήχο σε ένα αποτέλεσμα που συντροφεύει με σχετική άνεση τους θεατές. Χωρίς πολλά ρίσκα στην αφήγηση αλλά με εξαιρετική ευκρίνεια, πραγματεύεται μια σειρά από δολοφονίες μοντέλων από έναν μυστήριο serial killer που κρύβει τα χαρακτηριστικά του και τα ίχνη του. Η αιτία της σειράς των δολοφονιών μένει άγνωστη στον θεατή μέχρι ένα σχετικά αδύναμο κρεσέντο, σε σύγκριση με ό,τι χτιζόταν, όπου φαίνεται ότι μόνο μία από αυτές ήταν αρχικά προσχεδιασμένη, ενώ οι υπόλοιπες έπρεπε να μπαλώσουν συνεχόμενα λάθη.
Με απαράμιλλο στιλ και υφές από τα πρώτα καρέ ο θεατής καταλαβαίνει ότι βρίσκεται σε μία ταινία που εκθειάζει την σκηνογραφία, την αρχιτεκτονική και την καλή ένδυση καθώς μιλάμε για τον κόσμο της υψηλής μόδας. Η παλέτα της ταινίας κυριεύεται από «ακριβά» χρώματα με υψηλό κοντράστ τα οποία αναδεικνύουν την κλάση των χαρακτήρων. Η κάθε σκηνή ντύνεται με εξαιρετική μουσική υπόκρουση που άλλες φορές προϊδεάζει μία αναπόφευκτη φρίκη που έρχεται από τα χέρια του δολοφόνου και άλλες, την λεπτή κωμικότητα στις συναναστροφές των εμπλεκόμενων.
Συνεχίζοντας στο αφιέρωμα SCALA, συναντάμε το art house soft porn «Immoral Tales», μία ανθολογία τεσσάρων επεισοδίων σεξουαλικής παρέκκλισης με αισθησιακή θεματική. Σεναριακά η ταινία παίζει στα όρια της απαγόρευσης, της παράβασης και του σκανδάλου τα οποία μπορούν να περιτυλιχτούν με έναν περίτεχνο τρόπο αφήγησης, ξεσηκώνοντας προβληματισμούς σχετικά με την άμεση σχέση του «πως» (αφήγηση/μετάδοση) και του «τι» (πλοκή/περιεχόμενο) στην τέχνη που προσπαθεί να αγγίξει απόκρυφες περιοχές.
Αν μη τι άλλο, η εικόνα είναι γεμάτη, χωρικά αλλά και χρονικά, με το male gaze της κάμερας στο γυναικείο σώμα, παραλείποντας πάντα την προβολή του αντρικού και δίνοντας έμφαση στις σχέσεις εξουσίας των χαρακτήρων και το πως αυτές τροφοδοτούν ερωτικές στιγμές. Είναι πάντως σίγουρα ιδιαίτερη συνθήκη να βλέπεις την Παλόμα Πικάσο να βρίσκεται ολόκληρη σε μία μπανιέρα από αίμα.
Thundercrack!. Δεύτερη προβολή στην Αθηνά και τις Νύχτες Πρεμιέρας, μια ιστορική ταινία για τον λονδρέζικο κινηματογράφο «Scala», καθώς ήταν η πιο πολυπαιγμένη στα χρόνια της ένδοξης λειτουργίας του. Ξεκαρδιστικό, και καθόλου βαρετό - για τις τρεις σχεδόν ώρες - της “Αυστηρώς Ακατάλληλης” μεταμεσονύκτιας προβολής του στο κατάμεστο «Άστορ» τα ξημερώματα του Σαββάτου. Μπλέκοντας με ευφυή τρόπο τα είδη κωμωδίας και erotica, το Thundercrack!, με τον τίτλο που σου καρφώνεται στο μάτι, σίγουρα μένει αξέχαστο. Η "πρώτη και τελευταία bisexual τσόντα τρόμου στον κινηματογράφο" όπως έχει χαρακτηριστεί.
Η πλοκή, σχετικά απλοϊκή, δεν ακολουθεί κάποιον κεντρικό άξονα, αλλά προσφέρει συνθήκες που φέρνουν τους χαρακτήρες σε ερωτική επαφή με άλλους, ή απλά με τον εαυτό τους. Ξεκινώντας από ένα τροχαίο, διάφοροι άγνωστοι μεταξύ τους, βρίσκουν καταφύγιο από τον κατακλυσμό σε ένα σπίτι πάνω σε έναν επαρχιακό δρόμο. Εκεί πέρα θα συναντήσουν μία μοναχική χήρα, περήφανη οικοδέσποινα, που το λιγότερο περίεργο στην παρουσία της είναι ότι έχει συντηρήσει "τουρσί" τον νεκρό άντρα της στο υπόγειο. Μία θολή, μαύρη και σαθρή εικόνα η οποία "γίνεται ένα" με τα ατελείωτα βρόμικα λογοπαίγνια και με το horniness και τις διαστροφές των χαρακτήρων. Συνιστάται ανεπιφύλακτα για όσους αισθάνονται άνετα με τη σεξουαλικότητα και έχουν ανοιχτό μυαλό στο θέμα.
Κλείνοντας με τις προβολές που είδαμε στο αφιέρωμα SCALA, έχουμε το «The Shout». Ένας μυστηριώδης άντρας, περιηγητής της αυστραλιανής ερήμου και γνώστης της θρυλικής «κραυγής» των Αβορίγινων εισέρχεται στην ζωή ενός ζευγαριού στην Αγγλία. Με όπλο την κραυγή που μπορεί να σκοτώσει, σε μεγάλη ακτίνα, κάθε ζωντανό ον που θα την ακούσει, καταφέρνει να σαγηνέψει την γυναίκα του μουσικού και να τον εκτοπίσει από το σπίτι.
Με ελάχιστη εκφραστικότητα και αυστηρότητα στις κινήσεις και τα λόγια του, o Crossley, υποδυόμενος σπαρακτικά από τον ηθοποιό Alan Bates, αποπροσανατολίζει το ζευγάρι αλλά και τον θεατή ως προς τις προθέσεις του. Ένα spiritual θρίλερ με μεγάλη δόση αφαιρετικότητας στην αφήγηση και ένας πόλεμος του σύγχρονου ανθρώπου με τον αρχέγονο εαυτό του, του προ-μοντέρνου (μουσικός σε καθολική εκκλησία) και της μαγείας (δεξιότητες αυτοχθόνων).
Μεταφερόμαστε στο «Μέγαρο Μουσικής» για την τελετή λήξης, την απονομή βραβείων και την περιζήτητη προβολή του «The Boy and the Heron» του Hayao Miyazaki. Σε ακόμα μία συνεργασία του μεγάλου auteur με το Studio Ghibli, ο Ιάπωνας καλλιτέχνης φαίνεται να έκανε την τελευταία ταινία της καριέρας του (μην ξεχνάμε όμως ότι αυτό το έχει πει 6-7 φορές ακόμα στο παρελθόν). Παίζοντας ξανά με την θεματική του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την απώλεια του γονέα, ένα 12χρονο αγόρι βρίσκεται πρωταγωνιστής μίας πολύχρωμης και φαντασμαγορικής περιπέτειας ανάμεσα σε κόσμους, με φίλο έναν ερωδιό (πτηνό τύπου πελεκάνου).
Περνώντας από τεράστιους παπαγάλους φρουρούς και κάστρα που διαλύονται, το αγόρι είναι σε ένα ασταμάτητο κυνηγητό προς εύρεση της μητρικής του φιγούρας και των αρχετυπικών προγόνων που διατηρούν τις ισορροπίες του κόσμου. Η ταινία ξετυλίγεται ως μια ωμή αυτοπροσωπογραφία ενός καλλιτέχνη που αγωνίζεται να συμβιβάσει το κόστος και την αξία των δικών του δημιουργιών - να συμβιβάσει την καθαρότητα της φαντασίας του - και τη βία που απαιτείται για να γίνει πραγματικότητα. Αφήνοντας το μεγάλο μήνυμα, όπως και όλα τα έργα του, ότι δηλαδή «η ασχήμια του κόσμου μας δεν ακυρώνει την ομορφιά των ονείρων μας». Μία μετέωρη και μαγική ιστορία με λιτή και συγκινητική μουσική που ζει στην μεγάλη οθόνη.
Συνεχίζοντας με τις βεβαρημένες, τελευταίες προβολές του ΙΝΤΕΑΛ για τις Νύχτες Πρεμιέρας, είδαμε το «Killers of the Flower Moon» του Martin Scorsese, σε μία προβολή με ιδιαίτερη προσοχή στο τράβηγμα φωτογραφιών ή βίντεο στην αίθουσα, με security να προσέχουν μήπως βγει κανένα κινητό από την τσέπη. Με το μεγάλο μήκος των 206’ και τις ερμηνείες των σταρ Leonardo DiCaprio, Robert De Niro και Lily Gladstone, ο σκηνοθέτης εξερεύνησε μια ιστορικά ενδιαφέρουσα ιστορία για τον τόπο και χρόνο διεξαγωγής της. Όταν το πετρέλαιο ανακαλύπτεται στη δεκαετία του 1920 στην Οκλαχόμα κάτω από τη γη του Έθνους Osage, οι άνθρωποι του Osage δολοφονούνται ένας-ένας, μέχρι να μπει το FBI για να ξετυλίξει το μυστήριο.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι βαρεθήκαμε όπως στο Irishman, την προηγούμενη ταινία του δημιουργού, αλλά σίγουρα δεν ήταν μία ενθουσιώδης απόπειρα. Πέρα από το ιστορικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον της, καθώς η ιστορία των ιθαγενών και η εκμετάλλευση τους από τους Ευρωπαίους είναι τεράστιο ζήτημα, από καλλιτεχνική άποψη, η πλοκή έμεινε σχετικά φλατ. Οι ερμηνείες δεν είχαν τις απαραίτητες εντάσεις και παρόλο την μεγάλη διάρκεια, δεν καταφέραμε να ταυτιστούμε ούτε με τον λαίμαργο μασόνο 32ης γενιάς De Niro, ούτε με τον άβουλο μέχρι λίγο πριν το τέλος της ταινίας DiCaprio, ούτε με την ανήμπορη από τις αρρώστιες των λευκών Lily Gladstone. Όχι βαρετή, αλλά αδιάφορη σε σχέση με την πορεία του φεστιβάλ μέχρι εκείνο το σημείο και το παρελθόν του σκηνοθέτη.
Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε το στοιχειωτικό «Goodbye Dragon Inn». Την τελευταία μέρα της λειτουργίας του, ένα ιστορικό σινεμά στην Ταϊπέι προβάλλει το θρυλικό φιλμ πολεμικών τεχνών «Dragon Inn», πηγή νοσταλγίας για τους λιγοστούς θεατές και τους εργαζόμενους που βρίσκονται εκεί για την αποχαιρετιστήρια βάρδιά τους.
Μία επαναστατική ταινία που μπλέκει το σινεμά των ονείρων και το αντισυμβατικού ντοκιμαντέρ. Μία κάμερα που μένει σταθερή στο τρίποδο, με πλάνα από μία στοιχειωμένη κινηματογραφική αίθουσα και χαρακτήρες που περιφέρονται σαν φαντάσματα στους χώρους. Κωμικότητα με τα πιο θεμελιώδη και λεπτά στοιχεία σωματικής κίνησης και μία ησυχία στον ήχο που διακόπτεται με το πολύ 20 γραμμές διαλόγου που σκάνε σαν βόμβα. More like, «Goodbye ΙΝΤΕΑΛ».
Το φετινό «Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας» δέχθηκε πάνω από 40.000 θεατές σε ένα πρόγραμμα 150+ ταινιών. Επίσης, συνδέθηκε άρρηκτα με το οριστικό κλείσιμο (ίσως) της αίθουσας ΙΝΤΕΑΛ τον Δεκέμβριο, μετά από 102 (!) ιστορικά χρόνια. Η τελευταία προβολή των Νυχτών Πρεμιέρας στον χώρο έγινε με το συγκινητικό, εκ μαρτυριών, «All of us Strangers». Ο θυμός του καλλιτεχνικού διευθυντή, Λουκά Κατσίκα για το θέμα είναι δικαιολογημένος και όπως είπε στην τελετή λήξης το Σάββατο: «Χωρίς σινεμά δεν υπάρχει πολιτισμός. Χωρίς πολιτισμό δεν υπάρχει πόλη». Αυτό, ειρωνικά, μία μέρα πριν τις δημοτικές εκλογές. Ευτυχώς, το «Άστορ» καταφέρνει να σωθεί και είναι ασφαλές, ως διατηρητέο. Ας βάλουμε όλοι το λιθαράκι μας να μην καταλήξουν οι πόλεις μας ταχυφαγεία.





0 comments