Perfect Days: Πώς μπορούν να είναι στην πραγματικότητα όλες perfect;

 

Πώς μια ταινία μικρού μήκους για τις δημόσιες τουαλέτες του Τόκιο κατέληξε να μεταμορφώνεται σε 123 λεπτά υπαρξιακού διαλογισμού; 

Το «Perfect Days» του Βιμ Βέντερς που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 2023 στις αίθουσες, είναι μια συμπαραγωγή Γερμανίας και Ιαπωνίας με σενάριο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Τακούμα Τακασάκι. Το πρότζεκτ ξεκίνησε σαν ταινίες μικρού μήκους αφιερωμένες στις δημόσιες τουαλέτες του Τόκιο. Ένα δημόσιο έργο που ξεκίνησε το 2020, για το οποίο κλήθηκαν αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο.

Ο Χιραγιάμα (Kōji Hashimoto), ένας μεσήλικας Ιάπωνας, ζει και εργάζεται ως καθαριστής στο Τόκιο. Οι μέρες του φαίνονται να κυλούν πανομοιότυπα, χωρίς καμία ένδειξη ενόχλησης από τον ίδιο. Ξυπνάει καθημερινά χαράματα χωρίς ξυπνητήρι, ποτίζει τα φυτά του, επισκέπτεται τον αυτόματο πωλητή, παίρνει τον καφέ του και πάει στη δουλειά ακούγοντας ροκ κασέτες των 70s και 80s. Λατρεύει τη φύση και φαίνεται να παρατηρεί τις μικρές αλλαγές στον κόσμο γύρω του. Την ζωή του έρχεται να διαταράξει ο νεαρός βοηθός του αλλά και διάφορα οικογενειακά ζητήματα που προκύπτουν στα μισά της ταινίας. Η ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου που συχνάζει επίσης αποτελεί ρόλο στην εξέλιξη και την κορύφωση των συναισθημάτων του πρωταγωνιστή.

Η ταινία εξελίσσεται με μικρούς διαλόγους, κυρίως από άλλους χαρακτήρες και όχι από τον ίδιο τον Χιραγιάμα. Εκείνος εκφράζει το χρώμα του και την προσωπικότητα του μέσα από τα ενδιαφέροντά του αλλά και το πόσο καλά θέλει να κάνει τη δουλειά του. Στην ρουτίνα που αρνείται να εγκαταλείψει παρατηρείται και το πάθος με το οποίο επιτελεί το έργο του καθαριστή. Ο πρωταγωνιστής μέσω μικρών στιγμών οριακά φαίνεται να απολαμβάνει το πολύ δύσκολο επάγγελμα που επιτελεί. Το soundtrack με τις κασέτες που παίζουν καθημερινά στο βανάκι του, δίνουν μια άλλη νότα στον επιφανειακά μονότονο χαρακτήρα του. Μέσα από καταστάσεις μαθαίνουμε περισσότερα για το παρελθόν του, με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος προς το τέλος της ταινίας. Τα άγχη ενός ήρεμου ανθρώπου εκφράζονται στα ασπρόμαυρα, ιμπρεσιονιστικά σχεδιασμένα, ανήσυχα όνειρά του.

Η συλλογή από κασέτες αλλά και το soundtrack της ταινίας λειτουργούν σαν παράθυρο στην ψυχή του πρωταγωνιστή. Οι μουσικές επιλογές που περιλαμβάνουν καλλιτέχνες όπως τους The Animals, Patti Smith, Velvet Underground αλλά κυρίως το κομμάτι «Perfect Days» του Lou Reeds, που έχει δώσει και τον τίτλο του στην ταινία, όπως και το εμβληματικό «Feeling Good» της Νίνα Σιμόν προδίδουν την αρμονία στον χαρακτήρα του, την αισιοδοξία και το «now is now».  Τα χόμπι του πρωταγωνιστή, η μεγάλη βιβλιοθήκη του, η φιλμ κάμερα και οι κασέτες δεν μαρτυρούν μόνο τον άνδρα στην ηλικία των 60, αλλά και τον νεότερο εικοσάχρονο ίσως Χιραγιάμα. Τα χόμπι του έχουν μεγάλο ρόλο στην χρωματική παλέτα του πρωταγωνιστή. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τη σχέση του με τη φύση, καθώς φαίνεται να βγάζει φωτογραφίες μόνο ότι τον ευχαριστεί, τα δέντρα και τα παιχνίδια που παίζουν οι σκιές τους με τον ήλιο. Στο διαμέρισμα του κρατάν συντροφιά τα μικρά φυτά που φροντίζει καθημερινά με εξαιρετική προσοχή. Παρόλο που υπάρχουν υπόνοιες μιας πιο πλουσιοπάροχης παρελθοντικής ζωής, ο Χιραγιάμα την έχει απορρίψει.

Οι σχέσεις του με τους ανθρώπους γύρω του φαίνεται να είναι μονότονες και βουβές. Ο υπάλληλος που τον εκμεταλλεύεται, μια κοπέλα που βρίσκει παρηγοριά, η ανιψιά του που ζητά καταφύγιο και η εστιάτορας που του προσφέρει ένα αρκετά πλατύ χαμόγελο. Τα παιχνίδια με τις σκιές και τα τσιγάρα προδίδουν τους φόβους των ανθρώπων. Πόσα ακόμα έχω να ζήσω, πόσα ακόμα έχω να δω, στιγμές που δεν έχω χορτάσει και θα είναι άραγε ποτέ αρκετές; Μπαίνοντας στο σινεμά δεν πίστευα ότι η ταινία θα μου αλλάξει κάτι στην ψυχοσύνθεση μου, το οποίο όμως συνέβη. Κοίταξα λίγο παραπάνω τους ανθρώπους γύρω μου, είπα ένα ευχαριστώ παραπάνω και έσφιξα πιο δυνατά το χέρι του διπλανού μου. Στον γυρισμό χάζεψα τα φώτα, τα φανάρια και τα αστέρια, δεν το κάνω κάθε μέρα. Με μια επιφανειακή προβολή ίσως να φαίνεται βαρετή, για να προλάβω όσους πουν το αντίθετο. Ωστόσο, έχει πολλά παραπάνω να προσφέρει.

Η ταινία του Βέντερς δεν καλεί τον θεατή να εκτιμήσει την πραγματικότητα, ούτε προσπαθεί να εξιδανικεύσει τον σημερινό κόσμο. Το έργο βασίζεται στην ευαισθησία και στην αισιοδοξία. Δεν είναι όλες οι μέρες υπέροχες. Η αποδοχή αυτού του ανεκπλήρωτου ονείρου της τέλειας ζωής, οδηγεί τον άνθρωπο να αποδεχτεί την καθημερινότητα όπως έρχεται, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να αναγνωρίζει κανείς την ομορφιά στις μικρές, αυθεντικές στιγμές. Η σχέση που δημιουργεί ένας άνθρωπος με τον εαυτό του και ο τρόπος που τη διατηρεί είναι ύψιστης σημασίας. Η απόλυτη συγκινητική εμπειρία έρχεται να διαταράξει την ηρεμία του κοινού και να προκαλέσει σκέψεις γύρω από την ρουτίνα και την καθημερινότητα.

0 comments