Grace: The Possession & Eli // Παπά παιδί, Διαβόλου εγγόνι

 

Και η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και γύρω φέρνουνε δαιμονισμένοι. Ή οι δαιμονισμένοι κάνουν γύρω-γύρω όλοι τους Χριστιανούς-πιστούς,  Σώσε Κύριε τον λαό Σου!

Τελευταία βλέπω πολύ horror, κυρίως με αγαπημένους Βελζεβούληδες, και δύο από αυτά, πραγματικά, τα ξεχώρισα. Γενικά, όμως,  τι συμβαίνει ρε παίδες; Γιατί τα horror πλέον μετράνε; Μας ταράζουν σε original plot twist και ερεθίζεται η αδρεναλίνη μου. Τι θα κράζω τώρα; Πως θα εκθειάζω την cultίλα, χωρίς να θάβω το σήμερα; Μάλλον, ήρθε η ώρα και η αναθεματισμένη στιγμή να αλλαξοπιστήσω στο θέμα Τρόμος. 

Το Eli (2019), του Ιρλανδού σκηνοθέτη Ciaran Foy (βλ. Sinister 2, The Haunting of Bly Manor), μιλάει για ένα αγοράκι, τον Eli (Charlie Shotwell)), που μεγαλώνει έχοντας αλλεργία στον κόσμο. Όχι, όπως αυτή που είχε ο Κατακουζηνός και δεν χώνευε τα άντερα του, αλλά κανονική αλλεργία από αυτές με τα εξανθήματα, τα πρησμένα μούτρα, την ασφυξία, όταν βρίσκεται σε μη αποστειρωμένο περιβάλλον. Ή όταν πανικοβάλλεται, θα παρατηρήσουμε. 

(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ SPOILER!!! Αν δεν επιθυμείτε να το διαβάσετε, προχωρήστε στην επόμενη παράγραφο!) 

Σε μία τέτοια παλιά -αλλά καθαρή- έπαυλη τον πηγαίνουν οι γονείς του, στην κλινική της Dr. Horn (Lily Taylor), η οποία αναλαμβάνει παρόμοια περιστατικά, ας πούμε αυτοάνοσων νοσημάτων, στα οποία υπόσχεται θεραπεία. Βέβαια, μην την αδικούμε, η προσπάθεια είναι που μετράει. Έτσι, σε ένα πειραματικό στάδιο, μιας πειραματικής κλινικής, προσπαθεί να βρει το γιατρικό. Σημασία, άλλωστε, δεν έχει αν θα βγεις ζωντανός ή με το χρυσάνθεμο παραμάσχαλα. Ευτυχώς, ο μικρός μας πρωταγωνιστής δεν είναι το πρώτο ποντίκι στην φάκα. Πριν, από αυτόν υπήρχαν ο Lucius Woodhouse (Rosemary’s Baby, 1968 – Rosemary Woodhouse), η Agnes Thorne (The Omen, 1976 – Damien Thorne) και o Perry Hobbes (Fallen, 1998 – Det. Hobbes). Όλα τα παιδιά υποβάλλονται σε ενδοφλέβιες ενέσεις, σε ενέσεις στον εγκέφαλο και στον μυελό, ενέσεις που περιέχουν Tannis Root, το φανταστικό ναρκωτικό φυτό με το οποίο έλεγχαν την Rosemary, στην ταινία του μωρού της. Το Tannis αποτελεί αναγραμματισμό του Satin /~/Satan, δηλαδή ο σπόρος του Διαβόλου. 

Το Eli είναι σίγουρα ένας σπόρος που θα απλώσει ρίζες δέους στο μυαλό σου, γιατί προβάλει τρομακτικές σκηνές plot twist με την αισθητική ενός καλού horror game. Αυτό είναι που μου λείπει πολλές φορές από το σινεμά και για αυτό το λάτρεψα τόσο.


Αφού το γύρισα στα games, θα εκθειάσω κάθε ταινία που παίρνει την κάμερα στο χέρι και σκηνοθετεί σε first person POV, δηλαδή από την οπτική γωνία ενός προσώπου, έτσι ώστε ο θεατής να βλέπει την ταινία ολοκληρωτικά από την ματιά του πρωταγωνιστή, και να ταυτίζεται ακόμα περισσότερο μαζί του.  Η Grace (Alexia Fast) είναι μια νεαρή κοπέλα, ορφανή από μαμά, αγνώστου πατρός, μεγαλωμένη με την ανατροφή που της έδωσε η γιαγιά της. Η Lin Shaye (βλ. Insidious), η οποία ενσαρκώνει την γιαγιά Helen, παλεύει να διώξει κάθε είδους αμαρτία μακριά από την εγγονή της. Φοβάται πως θα καταλήξει όπως και η κόρη της. Να φέρει στον κόσμο ένα νόθο παιδί και να πεθαίνει. Τουλάχιστον, δεν πήγε αδιάβαστη, πράγμα που μαρτυράει τι θα ακολουθήσει στο Grace: The Possession (2014) του Jeff Chan. 

Η πρωταγωνίστρια μας, κάποια στιγμή μεγαλώνει και πάει να σπουδάσει, να ανοίξει τα φτερά της και να βουτήξει με τα μούτρα στην ασύστολη ζωή του sex, drugs and R&R. Η πουριτανική της ανατροφή δεν της το επιτρέπει, την βοηθάει να πει πολλά όχι, αλλά τα οράματα που την στοιχειώνουν κατά καιρούς, δυναμώνουν την φωτιά στο καζάνι της Κολάσεως που βράζει, τα μπερδεύει με την πραγματικότητα, εκτός αν αυτά είναι η πραγματικότητα της. Στην μαμά της είχε χορηγηθεί περφαιναζίνη, ένα τυπικό αντιψυχωσικό φάρμακο. Μια σχιζοφρένεια που κάλυψε η εκκλησία στο όνομα κάποιου δαίμονα ή ένα τραύμα που αυτή δημιούργησε και βάρυνε την ψυχή της μαμάς της;

Ένα βάρος κουβαλάνε και ο Eli και η Grace. Το αγόρι φοβάται, νιώθει ξένος σε έναν κόσμο που τον πνίγει, τον φυλακίζει, τον κρατάει μακριά και όταν τον πλησιάζει του δείχνει τα δόντια του. Η Grace, επίσης, ζει αποκομμένη από τον κόσμο, ενώ η επαφή μαζί του βγάζει τα δικά της δόντια.  Δόντια που τρώνε την ίδια της την σάρκα. Σάρκες κόκκινες, με εξανθήματα, φολιδωτές, μεγάλα, μαύρα μάτια και έναν μπαμπά με κέρατα. Ένας μπαμπάς, ο οποίος υπόσχεται προστασία, ένας «γονιός» που δίνει ό,τι υπόσχεται και ρίχνει τις μάσκες, να φανεί το αληθινό πρόσωπο της μεταμφιεσμένης καλοσύνης, των πρέπει, των ψεμάτων και της ψευδοασφάλειας. Οι γονείς του Eli προσπαθούν να τον προστατεύσουν , γιατί φοβούνται για αυτόν ή αυτόν. Η γιαγιά της Grace εμπιστεύεται αυτούς που πλήγωσαν το παιδί της και πιστεύει πως έτσι θα την φυλάξει.

Πίστευε και μη ερεύνα; Ή μην πιστεύεις τίποτα από ό,τι ακούς και τα μισά από ό,τι βλέπεις; Και αν βλέπεις οράματα; Και αν ακούς τις φωνές χαμένων ψυχών; Αν υπακούς στον κηδεμόνα σου ή σε έναν δαίμονα; Στους δαίμονες σου; Και αν βλέπεις το παρελθόν; Πως δεν έχεις μέλλον; Ένα παιχνίδι ψεμάτων, στο οποίο ο ψεύτης λέει την αλήθεια και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.


“Ο ψευδομάρτυρας δεν θα μείνει ατιμώρητος. Και αυτός που λέει ψέματα θα χαθεί.”

Υ.Γ. Πως να αγκαλιάσουν οι λέξεις το δέος και τον θαυμασμό που γεννάει το Eli, πως τον πόνο και τον θυμό του Grace. Ένιωσα πως στο σήμερα κάτι αξίζουν. Καλή προβολή! 

0 comments