Εθνικές πρεμιέρες, αφιερώματα, διαγωνιστικά τμήματα και η πρώτη εβδομάδα του 30ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας

 

Γράφει ο Θωμάς Παππάς

Είναι 11 Οκτώβρη και διανύουμε τις πιο ζωντανές κινηματογραφικές μέρες της πόλης της Αθήνας, καθώς βρισκόμαστε στην μέση του προγράμματος του φετινού επετειακού φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» που φέτος κλείνουν τα 30 χρόνια λαμπρής ύπαρξης. Μπαίνοντας στην 3η δεκαετία της ζωής του, το φεστιβάλ συνεχίζει μία καθιερωμένη πορεία με πολλά παράλληλα τμήματα, αφιερώματα και εθνικές πρεμιέρες, κάποιες εκ των οποίων έχουν περάσει ήδη από σημαντικά διεθνή φεστιβάλ ανά τις ηπείρους. 

Μιλώντας για την χρονιά με το πιο βαρύ πολιτικό πρόσημο για το ίδιο το φεστιβάλ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Λουκάς Κατσίκας, στην συνέντευξη τύπου του φεστιβάλ, παρουσίασε προβολές που αγγίζουν τα μείζονα θέματα που συμβαίνουν στον κόσμο (βλέπε «Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς» του αυτοεξόριστου από την χώρα του Μοχάμαντ Ρασούλοφ ή «Ρώσοι σε Πόλεμο» μία ταινία που δεν κατάφερε να προβληθεί δημόσια για λόγους ασφάλειας αλλά θα συμμετέχει στο διαγνωστικό, λαμβάνοντας τον τίτλο της πρώτης ακυρωμένης προβολής στην ιστορία του φεστιβάλ), καθώς και πολυσυζητημένες πρεμιέρες που έγιναν αστραπιαία “SOLD OUT”, μεταξύ άλλων.

 Παρουσίαση προγράμματος, αφιέρωμα  «This is England»

Τα φετινά τμήματα χωρίζονται σε Διεθνές Διαγωνιστικό, Διεθνές Διαγωνιστικό Ντοκιμαντέρ, Νύχτες Πρεμιέρας, Διαγνωστικό Ελληνικών Μικρού Μήκους, Μουσική & Φιλμ, Μετά τα Μεσάνυχτα, Ειδικές Προβολές και τα υπέροχα curated αφιερώματα «AKIRA KUROSAWA» με την σημαντικότερη φιλμογραφία του τεράστιου σκηνοθέτη και «THIS IS ENGLAND» με το αντισυμβατικό σινεμά της “Θατσερικής” Αγγλίας του ’80. Είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε ήδη κάποια από αυτά.

Βιετνάμ, Όλα Είναι Δρόμος

Ξεκινώντας την φετινή διαδρομή με την «Λατρεία» του Μελέτη Μοίρα, ένα ντοκιμαντέρ για τον ελληνικό καλτ κινηματογράφο και τα όρια ή του ορισμούς που έχει πάρει ανά τις δεκαετίες. Ο όρος καλτ αναφέρεται όταν μία ταινία είναι low budget ή μήπως ατακαδόρικη; Είναι η κοινή αισθητική ενός ενιαίου σώματος έργων ή μήπως οι ιδιαίτερες θεματικές τους; Είναι το trash, καλτ και το καλτ, trash; Γίνεται να αυτοαποκαλείσαι καλτ ή είναι ένας “τιμητικός” όρος που χρίζεται από το κοινό; 

Αυτές τις ερωτήσεις προσπαθεί να ξεδιπλώσει το εν λόγω ντοκιμαντέρ με ιδιαίτερη επιτυχία, δίνοντας ρυθμό μέσα από ένα δίδυμο σύγχρονων “καφενειακών” φιλοσόφων που αναλύουν θέματα από την μεσοαστική κοινωνία μέχρι τον θάνατο, που παραβάλλονται σε συνδυασμό αναλύσεων γνωστών ελληνικών καλτ επιτυχιών από ανθρώπους του χώρου του σινεμά.  Τα παραδείγματα που αναλύονται είναι οι αγαπημένες ταινίες «Τσίου», «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες», «Σπιρτόκουτο», το επεισόδιο «Βιετνάμ» από το «Όλα είναι Δρόμος» και το φεστιβάλ του Νίκου Τριανταφυλλίδη «Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικού Κινηματογράφου»

Ένα είναι το σίγουρο πάντως, η προβολή της καλτ ταινίας θεωρείται μία Διονυσιακή εμπειρία και όσον αφορά την παραγωγή και τα “τεχνικά” χαρακτηριστικά τους, πολλές φορές εναρμονίζονται με την θέση που επισημαίνεται στην ταινία: «Αν δεν μπορείς να κάνεις το maximum, κάνε το minimum».

The Substance

Φεύγοντας από το Cinobo Όπερα και την «Λατρεία», τρέξαμε να προλάβουμε την προβολή του «The Substance» στον κατάμεστο Δαναό, όπου και οι δύο αίθουσες του ήταν “SOLD OUT”, μία ολόκληρη βδομάδα πριν την παράλληλη προβολή τους. Κάποιες ταινίες, όπως αυτή,  φαίνεται να “εξαφανίζονται” με του που ανοίξει η πλατφόρμα για την αγορά του εισιτηρίου, αλλά μόλις πάρουν κανονική διανομή στις αίθουσες θα δυσκολευτούν πολύ να βρουν το κοινό τους. Ένα trend “φεστιβαλοποίησης” των προβολών που παρατηρείται να οξύνεται χρόνο με τον χρόνο, φαινόμενο που αξίζει την δικιά του ξεχωριστή συζήτηση, με τα θετικά του και τα αρνητικά του για της αίθουσες και τις εταιρίες διανομής. 

Μία από τις πολυσυζητημένες ταινίες του φεστιβάλ, λοιπόν, με ένα εκκεντρικό αλλά ίσως κοινό θέμα, αυτό των «body issues». Μία σταρ της τηλεόρασης που βλέπει την δόξα της να μαραίνεται λόγω ηλικίας, βλέπει γύρω της την απαξίωση και το τέλος της καριέρας της. Μετά από κάποια σειρά γεγονότων έρχεται σε επαφή με το ιατρικό/βιολογικό πείραμα «Substance» που «σουτάροντάς» το ενδοφλέβια, υπόσχεται να γεννήσει ένα τέλειο νεαρό σώμα μέσα από το δικό της, με το οποίο μπορεί να κάνει switch κάθε εβδομάδα. Αλλά πρέπει να προσέχει να μην είναι άπληστη και να κρατάει τις ισορροπίες.

Ξεκινώντας με υπερβολικά γρήγορο μοντάζ, sound design και κοντινά πλάνα σε ό,τι αντικείμενο βρισκόταν στον χώρο, φάνηκε να εξελίσσεται σε μία από αυτές τις ταινίες που μοιάζουν σαν ένα τεράστιο τρέιλερ ή διαφημιστικό. Εκεί γύρω στο δεκαπεντάλεπτο, αφού πήρε την προσοχή του κόσμου σχεδόν δια της βίας, άρχισε να αναπτύσσεται η πλοκή η οποία ουσιαστικά σταμάτησε στα μέσα της ταινίας καθώς ο θεατής ήξερε ήδη που το πήγαινε με το κοινότυπο «τα νιάτα είναι γαμάτα, οι γέροι είναι για τα μπάζα» που τραβιόταν από τα μαλλιά. Καθώς δεν ήξερε ούτε η ίδια η ταινία πως να τελειώσει όλη αυτή την αυτοαναφορική υπερβολή που έχτισε, είπε να το ρίξει σε ακραίο gore για το shock value, οδηγώντας κόσμο να φύγει από την αίθουσα. Δυνατές ερμηνείες από τις Demi Moore και Margaret Qualley αλλά δυστυχώς πάνω σε ένα αδούλευτο, ίσως, σενάριο.

Dreams, πρώτη ιστορία

Το Σαββατοκύριακο συνεχίσαμε με δύο προβολές από το αφιέρωμα «AKIRA KUROSAWA», το «Dreams» και το «Ran», επίσης στον Δαναό 1. Ένα well-deserved αφιέρωμα στον Ιάπωνα καλλιτέχνη, με τον υπέροχο υπότιτλο «All the Beauty and the Bloodshed», με 13 από τις πιο φημισμένες ταινίες του που εκτείνονται από τις γνωστές Jidaigeki (δράμα εποχής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και αργότερα), μέχρι τις urban κοινωνικές όπως το «High and Low» και «Ikiru».

Το «Dreams» αποτελείται από μικρού μήκους ταινίες που ίσως ενώνονται θεματικά με ένα αόρατο νήμα αφήγησής ή απλά είναι άσχετες μεταξύ τους, αναλόγως την προσέγγιση. Σίγουρα πάντως εντυπωσιάζουν, μία προς μία, καθώς έρχονται απευθείας από το υποσυνείδητο του σκηνοθέτη, αφού μιλάμε για όνειρα που είδε πραγματικά στον ύπνο του! Παιδικά όνειρα γεμάτα ελπίδα και αρχέγονο μύθο, ιστορίες για την δύναμη της φιλίας και της θέλησης, βόλτες μέσα στους πίνακες του Vincent van Gogh με τον Scorsese στον ρόλο του ζωγράφου, βαριά αντιπολεμικά και περιβαλλοντολογικά σχόλια και μία ηχηρή νύξη για την επιστροφή του ανθρώπου πίσω στην φύση

Από την άλλη, το «Ran» μιλάει για το ήθος, την τιμή, την προδοσία και τις μικροπολιτικές της εξουσίας, όπως την βιώνουν οι απόγονοι ενός βασιλιά μετά την αποχώρηση του από τον τίτλο. Από τις συζητήσεις σε κάμαρες, πίσω από κλειστές πόρτες, μέχρι τα επικά visuals στις μάχες των πολλαπλών στρατοπέδων με εκατοντάδες βοηθητικούς ηθοποιούς, το «Ran» δεν σταματάει να εντυπωσιάζει δίνοντας ένα ξεχωριστό νόημα στις πολεμικές ταινίες που δεν αναλώνονται στον “πόλεμο ανοιχτού πεδίου”.

Αρχιτέκτων

Συνεχίζουμε με δύο ντοκιμαντέρ του 2024, το «Μιγιαζάκι, Πνεύμα της Φύσης» στην στήλη «Νύχτες Πρεμιέρας» και το «Αρχιτέκτων» από το διαγωνιστικό τμήμα ντοκιμαντέρ. Το πρώτο, ένας φόρος τιμής για το έργο του δημιουργού στο παγκόσμιο animation και μία εξιστόρηση της πορείας του από της αρχές της καριέρας του ως «mangaka» και animator για την τηλεόραση μέχρι το πέρασμα του στις μεγάλου μήκους ταινίες και φτάνοντας στην περσινή του δημιουργία σε ηλικία 82 ετών. Ένα έργο δεκαετιών, γεμάτο με προσωπικά στοιχεία από την ζωή του όπως τους βομβαρδισμούς της πόλης του ως παιδί, την αρρώστια της μητέρας του αλλά και στοιχεία από την φιλοσοφία της Ιαπωνίας όπως ο «Ανιμισμός» και οι δύο δικές του μεγάλες ερωτήσεις: «Τι είναι ζωή» και «Τι είναι το ανθρώπινο ον». Ένας άνθρωπος με πάθος που φαίνεται ξεκάθαρα, σε πλάνα από στιγμές στο studio του να ζωγραφίζει καρέ-καρέ πάνω σε celluloid και έπειτα να γελάει στην κάμερα.

Ο «Αρχιτέκτων» φαίνεται να μπαίνει στην σφαίρα του πειραματικού, να προσπαθεί να μοιάσει στο ιστορικό «Koyaanisqtsi», με έναν διαφορετικό και πιο υποτονικό τρόπο. Με τεράστια σε διάρκεια και στατικά πλάνα από την ανθρώπινη δραστηριότητα στην κατασκευή/καταστροφή κτισμάτων, η εικόνα γεμίζει με σκόνη, πέτρες, σιδεριές και μπετόν. Τα πλάνα αντιπαραβάλλονται με την μικρή ιστορία ενός αρχιτέκτονα που φτιάχνει ένα κυκλικό πέτρινο σχήμα στην αυλή του που συμβολίζει την «δημιουργία απλά για την δημιουργία». Ντρέπεται για τα έργα που έχει κάνει σαν επαγγελματίας σε κέντρα πόλεων, όπως ο επόμενος ουρανοξύστης του στο Μιλάνο και τα συγκρίνει με τους χτίστες της αρχαιότητας που πολλά από τα έργα τους παρέμειναν ανεξίτηλα στους αιώνες και όχι σαν τώρα που κρατάνε τριάντα, άντε σαράντα χρόνια. Δύσκολη ταινία, με ξεκάθαρη απουσία ρυθμού, αλλά με σημαντικό κεντρικό θέμα. Κάτι σαν το «Απρίλης» του Διεθνές Διαγωνιστικού, αλλά για ντοκιμαντέρ.

Sid and Nancy

Τέλος, από το αφιέρωμα στα Βρετανικά 80s «THIS IS ENGLAND» είδαμε το εκρηκτικό «Sid and Nancy». Μια ωμή απεικόνιση του χαοτικού ρομαντισμού μεταξύ του θρύλου του πανκ και μπασίστα των Sex Pistols, Sid Vicious και της Nancy Spungen, που ζωντανεύει με μια θεϊκή ερμηνεία από τον Gary Oldman. Ο σκηνοθέτης, εδώ, αποτυπώνει την σκληράδα της πανκ σκηνής της Βρετανίας του ‘80 με ρεαλισμό και αυθεντικότητα (σαν να ήταν και αυτός κάποιο κομμάτι της) σε διαρκή αντίθεση με την καθωσπρεπική και suburban ζωή του Λονδίνου, συνδυάζοντας μια ιστορία αγάπης βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Ο ασταμάτητος ρυθμός της ταινίας, τα συναρπαστικά σκηνικά και το soundtrack που σφύζει από το επαναστατικό πνεύμα της εποχής, την καθιστούν μια αξέχαστη ματιά σε έναν αυτοκαταστροφικό κόσμο που είναι τρομακτικός και σπαραχτικά ανθρώπινος.

Το φετινό, επετειακό 30ο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» κατάφερε για ακόμα μία φορά να κεντρίσει το ενδιαφέρον των Αθηναίων που έτρεξαν (ψηφιακά) να κλείσουν τα εισιτήρια τους πολύ νωρίς (κάνοντας ξανά πολύωρες ουρές στην πλατφόρμα) και να συναντηθούν μέσα και έξω από τα σινεμά. Ένα πρόγραμμα για διάφορα γούστα που αφήνει χώρο σε πολλές φωνές να ακουστούν, σε συνδυασμό με παλαιότερες ταινίες που πια θεωρούνται κλασσικές αλλά δίνουν ενέργεια και ευχάριστα διαλείμματα σε τόσο πυκνά προγράμματα. Μην χάσετε την συνέχεια του φεστιβάλ με ταινίες όπως τα «Babylon», «The Visitor», «Brando with a Glass Eye», «Withnail and I» και «Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς». Καλές προβολές!

0 comments