Μαρία Παπαγεωργίου, ποιο τραγούδι σου θα ήθελες να γίνει ταινία;
![]() |
| Photo Credits: Άκης Χρήστου |
Μια κουβέντα με την Μαρία Παπαγεωργίου για τον κινηματογράφο, λίγες εβδομάδες πριν ξεκινήσει τις κοινές εμφανίσεις της με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά στο θέατρο «Άλσος». Από τα Γρεβενά στον Θεοδωράκη κι από εκεί ως τον «Τελευταίο αναλογικό έρωτα» και όλα αυτά υπό το πρίσμα της τέχνης του κινηματογράφου.
Με την Μαρία Παπαγεωργίου συναντηθήκαμε ένα ήσυχο απόγευμα Σαββάτου κάπου στο Χαλάνδρι. Γνωριζόμαστε χρόνια αλλά, παρόλα αυτά, δεν είχαμε συζητήσει ποτέ για τον κινηματογράφο, παρά μόνο εάν κάποιος από τους δυο έβλεπε κάποια ταινία που θεωρούσε ότι οπωσδήποτε έπρεπε να προταθεί στον άλλο. Καταφέραμε, ωστόσο, να μιλήσουμε όχι μόνο για τις αγαπημένες της ταινίες, αλλά και για το πόσο την επηρεάζει γενικότερα η έβδομη τέχνη και το ποια μουσικά της σχέδια θα ήθελε να κινηματογραφηθούν.
![]() |
| Photo Credits: Άκης Χρήστου |
Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Γρεβενά. Πόσο εύκολο ήταν να δεις μια ταινία στον Κινηματογράφο σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας τη δεκαετία του ’90;
Την πρώτη φορά που θυμάμαι να είδα κινηματογράφο στα Γρεβενά ήταν στο Σινέ Μανάκια στα μέσα του ‘90. Οι αδερφοί Μανάκια ήταν από τα πρώτα άτομα που έφεραν τον κινηματογράφο στην Ελλάδα και, επειδή ήταν από τα Γρεβενά, άνοιξε προς τιμήν τους ο κινηματογράφος με το όνομα τους. Κάπου το 1997, εγώ ήμουν στο Γυμνάσιο και θυμάμαι ότι πήγαμε να δούμε το μεγάλο event, τον «Τιτανικό». Τότε, λοιπόν, μπήκαμε και εμείς λίγο στον χώρο αυτό, σε αυτή τη μαγεία -γιατί ήταν πολύ μαγικό όλο αυτό, ειδικά σε παιδιά που δεν έχουν ως τότε προσλαμβάνουσες, παρά μόνο την τηλεόραση και αυτή με λίγα κανάλια. Λίγα χρόνια μετά ο κινηματογράφος έκλεισε και, μέχρι τώρα που μιλάμε, κινηματογράφος δεν ξέρω αν υπάρχει στα Γρεβενά .
Έρχεσαι από ένα πολύ επιτυχημένο, ποσοτικά και ποιοτικά, μουσικό καλοκαίρι και κουβαλάς στη βαλίτσα σου, πέρα από τις παραστάσεις σου με τη μπάντα και το in-loop project, το αφιέρωμα στον Θάνο Μικρούτσικο. Θα μπορούσε να γίνει ένα μίνι ντοκιμαντέρ όλο αυτό; Με τις διασκευές σου και τις αφηγήσεις που διάλεξες να παίζουν από πίσω και κομμάτια από τη ζωή του Θάνου Μικρούτσικου να πετάγονται μπροστά στην οθόνη; Θα σε ενδιέφερε κάτι τέτοιο;
Αυτό μου πέρασε σα σκέψη και είχε ξεκινήσει να το κάνει ο Χρήστος ο Τόλης ο συνεργάτης μου πριν κάποια χρόνια, όταν κάναμε τον δίσκο «Αλληλογραφία», με τον Μίκη Θεοδωράκη. Υπάρχουν διάφορα βίντεο από τότε. Ο Μικρούτσικος, όμως, δεν ζούσε όταν ξεκινήσαμε το project του, ενώ με τον Θεοδωράκη, επειδή πηγαίναμε σπίτι του, κάναμε συναντήσεις, συζητούσαμε πολλά πράγματα, είχαμε κλείσει τρεις μέρες το Skrow Theater και ηχογραφήθηκε ζωντανά, όλοι οι μουσικοί το ζήσαμε έντονα κι έτσι υπήρχε πολύ υλικό για καταγραφή.
Θυμάμαι ότι ο Θεοδωράκης δεν μπορούσε να είναι εκεί. Κάτι που θα έδινε ακόμα μεγαλύτερη σημαντικότητα στην καταγραφή όλου αυτού του υλικού.
Ναι, επειδή όλη η ηχογράφηση είχε γίνει ζωντανά στο Skrow theater,η επιθυμία του Μίκη Θεοδωράκη ήταν, εκτός από το να πάρω τα τραγούδια του και να τα διασκευάσω, να τα παίξουμε και ζωντανά, για να έρθει και να διευθύνει την μπάντα. Πράγματι, εμείς μελετήσαμε πώς μπορεί να στηθεί μια ράμπα για να μπορεί να έρθει και να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του.
Ήταν ήδη καθηλωμένος σε αμαξίδιο;
Ήταν, ναι, αλλά θα ερχόταν. Η ηχογράφηση όμως έγινε Φεβρουάριο και την εποχή αυτή υπάρχουν πολλές ιώσεις και φοβηθήκαμε. Θυμάμαι, όμως, και νομίζω πως έχει ενδιαφέρον με βάση την κουβέντα που κάνουμε για το σινεμά, ότι ψάχναμε να βρούμε τρόπο να κάνουμε ένα live streaming, να τον έχουμε δηλαδή σε ένα video wall και να βλέπει όλη τη διαδικασία από το σπίτι του, αλλά όλο το 2018, πριν τον κορονοϊό δηλαδή, δεν είχαμε ακόμα όλη την τεχνογνωσία γύρω από αυτό. Έτσι δεν το κάναμε και σκέφτομαι τώρα πόσο διαφορετική εμπειρία θα ήταν, αν χρησιμοποιούσαμε αυτά τα μέσα.
Ο Λεξ, ο Παυλίδης, ο The boy έχουν γυρίσει τραγούδια τους σε βίντεο κλιπ με αισθητική ταινίας μικρού μήκους. Ποιο τραγούδι σου ή ποια δισκογραφική σου δουλειά θα ήθελες να γίνει κάτι ανάλογο;
Αν επέλεγα κάποιον δίσκο μου αυτός θα ήταν ο «τελευταίος αναλογικός έρωτας», γιατί είναι στημένος έτσι που η λήξη του ενός τραγουδιού γίνεται η αρχή του επόμενου. Εκτός αυτού υπάρχουν και δυο ποιήματα, το ένα το λέει η Τάνια Τσανακλίδου και το άλλο ο Γιώργος ο Παληός, οπότε σκεφτόμουν και είχα φτιάξει στο μυαλό μου όλες τις εικόνες γι’ αυτήν την ερωτική ιστορία που κρατάει -ας πούμε- είκοσι τρία λεπτά.
Και ποιο τραγούδι σου θα έκανες ταινία μικρού μήκους;
Θα ήθελα να πω για ένα τραγούδι που πρόκειται να κάνω και όχι ένα από αυτά που έχω ήδη δισκογραφήσει. Θα ήθελα να υπάρχει σε μορφή βίντεο ένα τραγούδι που έχουμε ξεκινήσει να δουλεύουμε, της Νεφέλης Λιούτα (καλλιτεχνικά Nefeli Walking undercover) και λέγεται «του περήφανου».
Ο Λεξ μάλιστα από ότι φαίνεται από νέα που έχουν κυκλοφορήσει θα γράψει μουσική στη νέα ταινία του Οικονομίδη «Σπασμένη Φλέβα». Θυμάμαι έχεις γράψει κι εσύ μουσική για ένα ντοκιμαντέρ και μια ταινία μικρού μήκους
Ναι είχα κάνει μουσική για δυο ταινίες μικρού μήκους, η μια είχε βραβευτεί κιόλας στις Κάννες. Είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, γιατί γίνεσαι εργάτης πάνω στην πρωτόλεια σκέψη ενός άλλου, το οποίο πρέπει να γίνει με φροντίδα. Φροντίζεις την ιδέα του άλλου και αυτό θέλει άλλη διαδικασία μέσα στο μυαλό σου και η μουσική λειτουργεί πολύ διαφορετικά όταν πρέπει να φανταστείς και να συνθέσεις πάνω σε μια εικόνα.
Διαλέγεις στη lifo πρόσφατα δέκα ταινίες που αγαπάς. Οι μόνες για τις οποίες επιλέγεις να μιλήσεις για τη μουσική είναι ο «Βασιλιάς» και η «Μικρά Αγγλία». Και τα δυο σάουντρακ, του Θανάση Παπακωνσταντίνου και της Κατερίνας Πολέμη, είναι εξαιρετικά, ωστόσο θέλω να μου πεις εάν έχεις «ζηλέψει» να είχες γράψει εσύ κάποια μουσική από αυτές αλλά και ποια τραγούδια από τη δική σου δισκογραφία θα επέλεγες για να ντύσεις τις ταινίες, εάν δεν είχαν μουσική επένδυση;
Κοίτα, είναι πολύ διαφορετικός ο ρόλος της μουσικής στην μια ταινία και στην άλλη. Θα σου πω πως θα επέλεγα της Κατερίνας Πολέμη για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι ότι το έκανε σε πολύ μικρή ηλικία, αφορούσε και τον τόπο της, έπρεπε να φτιάξει και πολυφωνικά κάποια τραγούδια για μια σκηνή που τραγουδάνε οι κυρίες του νησιού.
Υπάρχουν, επίσης, πολλές σιωπές.
Έχει πολλές σιωπές και παύσεις, ναι, που λειτουργούν μαγικά στη μουσική. Βέβαια, μιλάω για την Κατερίνα Πολέμη και ότι θα ήθελα να κάνω κι εγώ κάτι αντίστοιχο και, μετά βάζεις από δίπλα την ερμηνεία της Μάρθας Φριντζήλα στο (σιγοτραγουδάει τον «Βασιλιά» του Θ. Παπακωνσταντίνου) και δεν ξέρεις με τι να πρωτοκλάψεις, αλλά νομίζω θα ταίριαζε σε εμένα πιο πολύ να αναμετρηθώ με την «Μικρά Αγγλία». Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχει μια αποστασιοποίηση στη μουσική του που λειτουργεί πάρα πολύ έξυπνα, ενώ η μουσική της «Μικράς Αγγλίας» έχει μια «βουτιά» στο συναίσθημα.
Κρατιέμαι ακόμα από τη lifo και από τις επιλογές της «Πολίτικης κουζίνας» και του «Κυνόδοντα». Η πρώτη είναι και για μένα μια ταινία που παρακολούθησα με τη μητέρα και, νομίζω, και με τη γιαγιά μου και είναι ακριβώς αυτό που περιέγραψες στη lifo. Αισθάνομαι ότι κυρίαρχο συναίσθημα είναι η αγάπη που δένει τους ανθρώπους και η έκφραση της με τη μαγειρική, κάτι που ίσχυε και θα ισχύει νομίζω: το να μαγειρεύεις για όσους αγαπάς πάντα θα εκφράζει αγάπη. Διαφωνώ όμως με τον «Κυνόδοντα». Ίσως πρέπει να τη δούμε με τους γονείς μας. Αυτό το ταμπού είναι, ίσως, αυτό που μας δημιουργεί την απόσταση. Αν δεν δεις κατάμουτρα, σκληρά και ωμά τα λάθη και την πίεση πως θα την διώξεις μακριά σου; Τι λες;
Είμαστε σε άλλη ηλικία γι’ αυτό έχουμε διαφορετική άποψη (γελάει). Η «Πολίτικη κουζίνα» είναι μια καταπληκτική ταινία που, εάν ήταν τραγούδι, θα ήταν ένα massive εκλεπτυσμένο ποπ με την έννοια μιας πολύ υψηλά αισθητικής δημιουργίας που θα μπορούσε να αγκαλιάσει όλες τις ηλικίες και, επειδή είμαστε σε μια εποχή που οι ηλικίες ορίζουν τα target group της δημιουργίας, εμένα αυτό μου δημιουργεί μια διάσπαση που δεν μ’ αρέσει. Αυτή η ταινία κατάφερε, λοιπόν, το να μου στέλνει η μαμά μου τάπερ με φαγητό και να αφήνει σημειωματάκια πάνω με τις συνταγές, μαθαίνοντάς μου έτσι την δύναμη του αποχωρισμού, της καρτερίας. Η άλλη ταινία όμως, έχει αυτό το ρίσκο που θα σε πάει σε κάτι άλλο και θα σε διαχωρίσει από τους αγαπημένους σου, γιατί πρέπει να εξελιχτείς, να σπάσεις τον «Κυνόδοντα» και αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο. Πονάει αλλά πρέπει να γίνει.
![]() |
| Photo Credits: Άκης Χρήστου |
Θα συγκρίνω ξανά δυο ταινίες που ανέφερες στη lifo, έχω περιέργεια να συζητήσουμε για όλες. Τα «Μήλα» έχουν και για μένα, πραγματικά, κάτι το προφητικό, ίσως και δυστοπικό. Είναι το αντίπαλον δέος των «Μήλων» τα «μαγνητικά πεδία»; Μια ωδή στην ανάγκη της επικοινωνίας και ένας ρομαντικός αντίλογος στη δυστοπία;
Δεν το είχα σκεφτεί όπως το θέτεις, αλλά έχεις απόλυτο δίκιο. Και οι δυο ταινίες όμως είναι συνδεδεμένες με το σήμερα. Από τη μια τα «Μήλα» δείχνουν το πως ζει ο άνθρωπος σήμερα στον δυτικό κόσμο και από την άλλη, στα «μαγνητικά πεδία» πως θα έπρεπε, ίσως, να ζει.
Θέλω να σταθούμε και σε κάτι που έχουμε συζητήσει ξανά. Ποια είναι η αγαπημένη σου σκηνή στα «Μαγνητικά πεδία»; Είναι η σκηνή με το πιάνο και το «θέλω να πάψεις να γελάς»;
(Γελάει) και όμως όχι. Η αγαπημένη μου σκηνή είναι αυτή με τον άνθρωπο που συναντούν οι πρωταγωνιστές όταν πάνε για να θάψει ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος τα κόκαλα.
Ο οποίος δεν είναι ηθοποιός του καστ, ήταν τυχαία στη σκηνή.
Ναι, όντως. Φαντάσου ότι το έψαξα, γιατί, επειδή είμαι και από τα Γρεβενά, ο διάλογος αυτός μου ήταν εντελώς οικείος. Το έβλεπα και το έβαζα σε επανάληψη ξανά και ξανά και σκεφτόμουν ότι δε γίνεται αυτός ο διάλογος να γράφτηκε από σεναριογράφο. Γενικά, είναι πολύ ωραίο ότι όλο το σενάριο το έχουν πάρει πάνω τους οι ηθοποιοί, σαν να μην υποδύονται και να παίζουν τους εαυτούς τους, αλλά στη σκηνή με τον εργάτη αυτόν συγκεκριμένα είναι φοβερό ότι ένας άνθρωπος εκτός καστ έρχεται και κλέβει όλη την ταινία, είναι καταπληκτικός.
Άλλη μια σκηνή που μ’ αρέσει είναι αυτή με το αυτοκίνητο που το βλέπουμε από μακριά να προχωράει και εμείς ακούμε μόνο τους διαλόγους. Το αυτοκίνητο δεν χάνεται από το πλάνο και εσύ πέντε λεπτά βλέπεις το αμάξι να πηγαίνει και αναρωτιέσαι που μπορεί να βρήκε την τοποθεσία αυτή ο σκηνοθέτης.
Για το «Suntan» είπες ότι πρέπει να ιδωθεί μαζί με την «Μικρά Αγγλία». Είναι κι αυτές οι ταινίες ‘’αντίπαλες’’; Από τη μια το τρυφερό του ανεκπλήρωτου και η αβάσταχτη καθημερινότητα του να ζεις χωρίς αυτό που αγαπάς, ώσπου τελικά να κάνεις κακό στον εαυτό σου και από την άλλη ο ζόφος της αντρικής και πατριαρχικής εμμονής της κατάκτησης;
Α, έτσι το βίωσες (σημ. για το «suntan»); Εγώ το βίωσα εντελώς διαφορετικά: ως αποκορύφωση μιας μοναξιάς που εκρήγνυται, όχι όπως στην «Μικρά Αγγλία» με την αυτοκαταστροφή, αλλά εδώ (σημ. στο “suntan”) εκρήγνυται απέναντι στον άνθρωπο που έχει ερωτευτεί πάρα πολύ και όλο αυτό γιατί δεν έχει λύσει πολλά θέματα με τον εαυτό του. Από τη μια με προβλημάτισε αυτό και από την άλλη η ελαφρότητα του απέναντι ανθρώπου, η οποία δεν συμβαδίζει καθόλου με το βάθος των θέλω και προβλημάτων του πρώτου.
Για τον «Άνθρωπο που Ενόχλησε το Σύμπαν» του Ψυλλάκη δεν έχω άποψη, γιατί δεν την έχω δει, όπως ούτε και για τη «Φωτογραφία» του Νίκου Παπατάκη. Τι σε τράβηξε; Μίλα μας λίγο και για τις δυο αυτές ταινίες.
Τον Ψυλλάκη τον έψαξα τυχαία, γιατί είχε ένα αφιέρωμα σε αυτόν το Cinobo. Η ταινία αυτή δεν υπήρχε στο αφιέρωμα αυτό, αλλά έψαξα λίγο και έπεσα πάνω σε ένα βίντεο με τον ποιητή Γιώργο Κοκκινίδη που ποιήματα του ακούγονται στο ντοκιμαντέρ. Βλέπεις, λοιπόν, μέσα από την κάμερα του Ψυλλάκη ένα παράλληλο σύμπαν και πόσο πλούσιο είναι, πως είμαστε όλοι ίσοι χωρίς να είμαστε ίδιοι.
Και τη «Φωτογραφία» την είδα από το Cinobo τυχαία. Ξεκίνησε η ταινία και έλεγε για τα γουναράδικα πάνω στην Καστοριά και, επειδή είχα τέτοιες εικόνες από τον θείο μου που βρισκόταν εκεί και η ταινία είναι γυρισμένη περίπου όταν γεννήθηκα, τα πλάνα μου ήταν εντελώς οικεία. Επίσης, ο ρυθμός αυτός, οι αργοί διάλογοι, αυτός ο σκυφτός άνθρωπος που στο τέλος γίνεται δολοφόνος με κράτησαν χωρίς να καταλαβαίνω που πάει η ταινία και τελειώνει και καταλαβαίνω, τελικά, πόσο επίκαιρη είναι, γιατί, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα γύρω από αυτήν, μου πέρασε αυτό που ήθελε ακριβώς: ότι στην εικονική πραγματικότητα που ζούμε, μια φωτογραφία μπορεί να οδηγήσει σε μια ειρήνη ή έναν πόλεμο, έναν μύθο ή μια απομυθοποίηση. Στην ταινία που συζητάμε οδηγεί σε μια δολοφονία.
Ψάχνοντας, έμαθα επίσης, ότι σε κάποιες σκηνές, για διάφορους λόγους της παραγωγής, ακούμε τη φωνή του Γιώργου Νινιού και όχι την πραγματική φωνή του πρωταγωνιστή, Άκη Ρέτσου, γεγονός το οποίο βρήκα πολύ ενδιαφέρον.
![]() |
| Photo Credits: Άκης Χρήστου |
Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» το αφήνω για το τέλος χωρίς κανένα ίχνος αντικειμενικότητας. Δεν θέλω να επιμείνω στις ατάκες, στους ηθοποιούς ή στο σύμπαν του Τσιώλη γιατί αυτά είναι λίγο- πολύ γνωστά. Θέλω όμως να σε ρωτήσω πως προσλαμβάνει την ταινία ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στη Μακεδονία των 90ς που γυρίστηκε η ταινία; Τι σου είναι οικείο και τι όχι;
Τα πάντα! Η χαλαρότητα του χρόνου που λειτουργεί αλλιώς και η δημιουργία του διαλόγου ή της στιγμής που έχει άλλους ορίζοντες από αυτούς που έχει σήμερα, το ότι κατουράω πάνω στην Εθνική και είναι φυσιολογικό ας πούμε, το πως φλερτάρανε…
Είναι στο μεταξύ μια βαθιά λαϊκή ταινία. Από τους διαλόγους για το ΠΑΣΟΚ και το ποδόσφαιρο μέχρι και το «εμείς έχουμε Άντζελα, Καιτούλα Γαρμπή». Ταυτίζεσαι με αυτήν την λαϊκότητα;
Μου είναι οικείες ακόμα και αυτές οι κασέτες. Δηλαδή εμένα η πρώτη σκηνή που μου ήρθε βλέποντας την ταινία είναι που ανεβαίναμε τότε το βουνό της Καστανιάς, για να πάμε από Γρεβενά Θεσσαλονίκη -δεν υπήρχε τότε η Εγνατία και όλο το σκηνικό ήταν εντελώς τρομακτικό, γιατί αν χιόνιζε ή έβρεχε δεν ήξερες αν θα φτάσεις, αλλά στην κορυφή που ήταν το χωριό η Καστανιά, ήταν ένα μέρος γεμάτο εστιατόρια και μαγαζιά που πουλούσαν κασέτες. Σταματούσαν οι νταλίκες εκεί και παίρνανε κασέτες με κάτι εξώφυλλα εντελώς συνυφασμένα με την εποχή.
Βέβαια στην ατάκα αυτή απαντάει ο Αντώνης (Σάκης Μπουλάς) και λέει: «την Carmina Burana την έχετε;» Ίσως για να δείξει και την διπλή φύση της εποχής, θέλω να είμαι ευρωπαίος, περνάω καλά και με το λαϊκό.
Την οποία Carmina Burana την μαθαίναμε τότε από τη διαφήμιση του ΠΑΣΟΚ (γελάει). Αλλά αυτή η ταινία, αυτή η περιγραφή της εποχής έχει μια ευχάριστη διάθεση στο τέλος. Δηλαδή και του Βούλγαρη το «Όλα είναι δρόμος» με το «Ηλία ρίχ’ το», είναι και αυτό μια ηθογραφία της εποχής, έχει όμως άλλο νόημα, πιο αυτοκαταστροφικό.
Και για να κλείσω το θέμα του «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Τελικά, Μαρία, οι άνθρωποι συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε;
Εξαρτάται το πόσο εξέπεσες και το πόσο το αναγνώρισες. Η συγχώρεση είναι λυτρωτική για εμάς τους ίδιους, όχι γι’ αυτούς που συγχωρούμε. Εμείς κάνουμε χώρο, γιατί συγχώρεση αυτό σημαίνει: κάνω χώρο μέσα μου εγώ για σένα. Για μένα σε συγχωρώ, όχι για εσένα.
Στις ταινίες βέβαια που συζητήσαμε δεν υπάρχει συγχώρεση.
Όχι, υπάρχει. Στην «Πολίτικη κουζίνα» υπάρχει η αποδοχή, έστω κι αν δεν καταλήγει μαζί το ζευγάρι. Στο «Suntan» δεν υπάρχει χώρος για συγχώρεση, είναι το όριο που ξέφυγες που ανέφερα στην προηγούμενη ερώτηση, το όριο του πόσο εξέπεσες τελικά και σε τι λάθη υπέπεσες. Στο «suntan» το λάθος είναι τραγικό και δεν χωράει συγχώρεση.
Φαντάζομαι είδες το τι έχει γίνει στην ελληνική κινηματογραφική επικαιρότητα με την αλλαγή ανάθεσης της επιτροπής για την ταινία που θα στείλουμε στα ‘Οσκαρ και τελικά την «Φόνισσα» ως μόνη ταινία-πρόταση, αφού οι υπόλοιπες ταινίες αποχώρησαν, λόγω της διαφωνίας των συντελεστών με αυτήν την απόφαση για την επιτροπή. Τι έχεις να πεις για αυτήν την κατάσταση;
Είναι τόσο κραυγαλέο όλο αυτό, που και να θες να αμφιβάλλεις, δεν μπορείς. Είναι μια φωτογραφία της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί. Έχω, όμως, μια απλή απορία: όταν γίνεται όλο αυτό το φιάσκο και παραιτούνται όλες οι ταινίες, γιατί η «Φόνισσα» δεν παραιτείται;
Να μην κλείσουμε με το κλισέ του να σε ρωτήσω αν το σινεμά μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σε αφήνω ελεύθερη να κλείσεις όπως θες εσύ.
Δεν είμαι ιδιαίτερα σινεφίλ. Επηρεάζομαι, ωστόσο, πολύ βαθιά από αυτήν την τέχνη. Δεν μου αρέσει το Netflix. Νιώθω ότι είμαστε τυχεροί που έχουμε το Cinobo και το Ertflix, ως δυο πιο ποιοτικούς αντίποδες και χαίρομαι ειλικρινά όντας συνδρομητής στο ένα και δωρεάν θεατής στο άλλο. Παράγουμε τόσο ωραίες ταινίες, που μπορούν να μας προβληματίσουν. Αυτή τη μαγεία έχει κάθε Τέχνη. Αισιόδοξο τέλος δεν είναι και αυτό;
Η Μαρία Παπαγεωργίου θα εμφανίζεται με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά στο θέατρο «Άλσος» τις Κυριακές 3, 10, 24 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου, με μια παράσταση αφιερωμένη στις γυναίκες δημιουργούς.




0 comments