Ιδιαίτερο και άκρως ενδιαφέρον το 2024 σαν χρονιά και γενικά - θα μου πείτε ποια χρονιά δεν ήταν ιδιαίτερη από το πρόσφατο παρελθόν - αλλά πρωτίστως κινηματογραφικά. Με τα καλά της, τα κακά της, τα σπουδαία, αλλά και τα επικίνδυνα της ενίοτε...
Τα κινηματογραφικά φαινόμενα των Barbie, Oppenheimer και Top Gun έδωσαν πλέον ένα ξεκάθαρο lead in σε μια κινηματογραφική ημερολογιακή χρονιά που θυμίζει σε αρκετά μεγάλο βαθμό αυτές που είχαμε συνηθίσει πριν από την Πανδημία. Τα φεστιβάλ ανά τον κόσμο με τη σειρά τους, τέθηκαν εκ νέου σε πλήρη επαναλειτουργία, με σχεδόν μηδενικούς περιορισμούς...
Σε προσωπικό επίπεδο ήταν αδιαμφισβήτητα η πιο ιδιαίτερη και μοναδική χρονιά, όταν μιλάμε για τα κινηματογραφικά! Όχι γιατί είδα όλες τις νέες κυκλοφορίες που είχα κυκλώσει, ούτε επίσης και γιατί άδειασα τη watchlist μου από κλασικές ταινίες που αναπαύονται εκεί έχοντας αποδεχτεί τη ματαιότητα της μη θέασης τους εδώ και χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του προσωπικού μου ημερολογίου στο Letterboxd είδα περίπου 50 λιγότερες ταινίες σε σχέση με το 2023 και αυτό τα λέει όλα. Παρόλα αυτά, το 2024 είναι μια χρονιά που θα θυμάμαι για αρκετά χρόνια, αφού βρέθηκα για πρώτη φορά σε μεγάλο Φεστιβάλ του εξωτερικού, αυτό του Λοκάρνο στην ιταλόφωνη Ελβετία, ανέβηκα επίσης για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος (και όχι απλά ως ράντομ αθηνέζος φασαίος όπως στο παρελθόν) και πρόλαβα να παρακολουθήσω 2-3 πραγματικά καλές ταινίες στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες πλέον θεωρούμαι βετεράνος... Πλάκα κάνω προφανώς.
Στα συμπληρωματικά όλων των παραπάνω, είχα την ευκαιρία να συμβάλλω τα λιθαράκια μου στο στήσιμο ενός Φεστιβάλ από το Α έως και το Ω. Αναφέρομαι στο KinoFest - Φεστιβάλ Γερμανόφωνου Κινηματογράφου που λαμβάνει χώρα κάθε Σεπτέμβριο στην Πάτρα, ενώ εδώ και λίγες εβδομάδες συντηρώ μια κινηματογραφική στήλη στην εκπομπή “Επί Σκηνής” στο Attica TV!
ΟΥΦ!
Το φετινό κείμενο ανασκόπησης λοιπόν, αποφάσισα να είναι κάπως διαφορετικό συνοψίζοντας τα όσα έζησα στα τρία αυτά Φεστιβάλ, για να αναπληρώσω παράλληλα τις ανταποκρίσεις που δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω ποτέ λόγω περιορισμένου χρόνου και αναβλητικότητας. Στην ουσία λοιπόν πρόκειται για πολυθεματικό κείμενο 2 σε 1 με μίνι καθυστερημένες ανταποκρίσεις, αλλά και με τις καλύτερες ταινίες που κυκλοφόρησαν στη χώρα μέσα στο 2024.
Η γνώμη μου για τις κινηματογραφικές λίστες συνεχίζει να παραμένει μπερδεμένη, παρόλο που και εγώ ο ίδιος τρέχω να διαβάσω σαν τρελός οποιαδήποτε πέφτει μπροστά μου. Το ίδιο συμβαίνει και με εσάς πάντως, σε τούτο το ταπεινό σάιτ, αν κρίνουμε διαχρονικά από τα κλικς... Οπότε βγαίνουμε όλοι μας κερδισμένοι.
Αύγουστος 2024 // 77o Φεστιβάλ του Λοκάρνο: 3.5 μέρες, 12 ταινίες, η Ιρέν Ζακόμπ, ο Αλφόνσο Κουαρόν και η ελληνική παρουσία
“Πέμπτη 8 Αυγούστου, πρωινή πτήση από την Αθήνα για το Μιλάνο και το κλασάτα απαρχαιωμένο αεροδρόμιό του και από εκεί ένα δίωρο τρένο μέχρι την Περιοχή του ιταλόφωνου Τιτσίνο της Ελβετίας. Το νοτιότερο από τα 26 καντόνια της ιδιαίτερης τούτης χώρας, το οποίο αριθμεί περισσότερους από 350.000 κατοίκους και φιλοξενεί ένα από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά φεστιβάλ της Ευρώπης.
Δωμάτιο στο Λοκάρνο δεν παίζει ούτε για πλάκα, αφού η εφαρμογή του νόμου της Προσφοράς και της Ζήτησης κατά το συγκεκριμένο δεκαήμερο του Αυγούστου εκεί θα έπρεπε να διδάσκεται στα κορυφαία οικονομικά πανεπιστήμια του πλανήτη. Βάση μας για τις επόμενες ημέρες η λιγότερο κοσμοπολίτικη, αλλά εξίσου γραφική Μπελιντσόνα όπου κανένας φαίνεται να μη μιλάει αγγλικά, όπως μου εκμυστηρεύτηκε και ο υπάλληλος της Swisscom που με εξυπηρέτησε με την κάρτα sim για το ίντερνετ, αφού οι χρεώσεις εκτός Ε.Ε είναι εξωφρενικές.
Κάθε πρωί στις 9, αφήνω το δωμάτιο 2Χ3 - το οποίο θα ζήλευε κάποιος ανερχόμενος συγγραφέας μερικές δεκαετίες πριν - και 26 λεπτά αργότερα βρίσκομαι στο κινηματογραφικό επίκεντρο της χώρας, αν όχι της Ευρώπης από τις 7 έως και τις 17 Αυγούστου. Συνεντεύξεις τύπου, QnA, δημοσιογραφικές και κανονικές προβολές και η εντυπωσιακή, αλλά τρομερά διαφημισμένη και υπερτιμημένη Piazza Grande, μεσολαβούν μέχρι και τις 12:00 - 12:30 πμ όπου παίρνω το τρένο της επιστροφής για τη βάση μου. Μόνο που αυτή τη φορά τα 26 λεπτά φαντάζουν 46 από την κούραση. Η κούραση είναι γλυκιά βέβαια...”
Κάπως έτσι ξεκινούσε το μισοτελειωμένο κείμενο που βρίσκεται μέχρι και σήμερα στον υπολογιστή μου. Σε αυτές τις σκάρτες 4 ημέρες που βρέθηκα στο Λοκάρνο, είδα συνολικά 12 ταινίες συν κάποιες έξτρα αφότου γύρισα στην Ελλάδα μέσω της online πλατφόρμας του Φεστιβάλ. Ίσως ήταν, είναι και θα είναι κάποιες από τις πιο γεμάτες και ευτυχισμένες ημέρες της ζωής μου οι συγκεκριμένες. Θα το κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος αυτό. Τι κρατάω όμως από τούτο το Φεστιβάλ;
Αρχικά τις εγκαταστάσεις και τα venues. Ανήκω ξεκάθαρα στην κατηγορία των nerd ανθρώπων που πηγαίνουν σε κινηματογραφικά Φεστιβάλ, αφού πολλές φορές βάζω σε προτεραιότητα το να καταφέρω να δω ταινίες σε όλες τις διαφορετικές αίθουσες, από το να δω τις πιο “hot” στις ίδιες 2-3 αίθουσες ξανά και ξανά. Στο Λοκάρνο δεν το πέτυχα αυτό, αφού οι αποστάσεις από κινηματογράφο σε κινηματογράφο μπορεί να ήταν και 15-20 λεπτά.
Από εκεί και πέρα ως εμπειρίες ζωής οριακά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα ανοιχτά στο κοινό Q&A με την σημαντική Αμερικανίδα παραγωγό Στέισι Σερ, τη μοναδική Ιρέν Ζακόμπ που με μαγνήτισε παρόλο που η συζήτηση ήταν στα γαλλικά και δε σηκώθηκα ποτέ να πάρω ακουστικά για τη μετάφραση, καταλαβαίνοντας ένα 70-80% όσων είπε, αλλά και φυσικά με τον Αλφόνσο Κουαρόν τον οποίο δεν μπόρεσα να ακούσω όμως για περισσότερο από 20 λεπτά, λόγω του χαμού που γινόταν από τον κόσμο.
Η χώρα έκπληξη της διοργάνωσης ήταν σίγουρα η Λιθουανία, αφού το “Toxic” της Saulė Bliuvaitė απέσπασε τη Χρυσή Λεοπάρδαλη, ενώ το οικογενειακό δράμα που ακούει στο όνομα “Drowning Dry” με τις πολλαπλές ανατροπές και τη σφιχτοδεμένη αφήγηση, ήταν μια από τις πιο δυνατές ταινίες που είδα στο Λοκάρνο.
Αυτή που με συγκλόνισε βέβαια ήταν η ελβετική “The Sparrow in the Chιmney”, που αποδομεί την αγία οικογένεια με τέτοιο τρόπο που στην τρίτη πράξη μετατρέπεται σ’ ένα ένα κλειστοφοβικό ψυχολογικό θρίλερ πολύ υψηλού επιπέδου. Τέλος, το “When the Phone Rang” αποτελεί ξεκάθαρα μια από τις πιο γλυκιές και ανθρώπινες ταινίες που έχουν φτιαχτεί ποτέ, αφού βλέπουμε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας μέσα από τα μάτια και τη φαντασία της 11χρονής πρωταγωνίστριας της...
Δε θα μπορούσα φυσικά να αμελήσω την παρουσία την παρουσία του Μοχάμαντ Ρασούλοφ, οποίος μετά τις Κάννες βρέθηκε στο Λοκάρνο για να παρουσιάσει τον “Σπόρο της Ιερής Συκιάς”. Βαθύτατα συγκινημένος στην συνέντευξη τύπου μας μίλησε για όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν αποφάσισε να φύγει από το Ιράν, ώστε να μη φυλακιστεί, ενώ ήταν εμφανής η ανησυχία και ο φόβος για τους συνεργάτες του που μέχρι και τότε παρέμεναν στη χώρα.
Αξιομνημόνευτη και η παρουσία της Θέλγιας Πετράκη με το ονειρικό μικρού μήκους φιλμ “400 Κασέτες”.
Κάπου εδώ να σημειώσω πως το Λοκάρνο είναι πανέμορφο, έτσι απλά. Πράσινο παντού και μέσα, αλλά και έξω από την πόλη που είναι περιτριγυρισμένη από βουνά, απλώνεται περιμετρικά της καταγάλανης λίμνης και παράλληλα λειτουργεί ως ένα εντυπωσιακό αλλά και αρκετά μαζεμένο θέρετρο στα πρότυπα των Καννών και του Μονακό. Το αστείο βέβαια με την περίπτωση του είναι πως επειδή μιλάμε για μια λιλιπούτεια πόλη - οι μόνιμοι κάτοικοι είναι περίπου 16.000 - σου δίνει την εντύπωση πως όλα είναι σκηνικά και θα σταματήσουν αν υφίστανται μετά το πέρας της διοργάνωσης.
Α και κάτι τελευταίο, πως γίνεται να είχε τόσο αφόρητη ζέστη μια πόλη που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τις Άλπεις; Ακόμα και όταν μιλάμε για Αύγουστο μήνα;
Οκτώβριος 2024 // 30ες Νύχτες Πρεμιέρας: Το σινεφίλ ραντεβού της πρωτεύουσας γιόρτασε τα γενέθλια του!
Αν δεν κάνω λάθος, αυτή ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που παρακολούθησα το Φεστιβάλ συστηματικά. Ο φετινός απολογισμός αντιστοιχεί σε 8 ταινίες, ο μικρότερος από κάθε άλλη φορά, όπου έβλεπα συνήθως 10-12 μίνιμουμ. Παρόλα αυτά φέτος βρέθηκα για πρώτη φορά στην πρεμιέρα των Νυχτών όπου παρακολούθησα την πολυαναμενόμενη Anora, για την οποία θα γράψω δύο αράδες παρακάτω.
Από εκεί και πέρα οι συνθήκες εδώ είναι γνωστές. Μιλάμε για ένα καθιερωμένο πλέον κινηματογραφικό Φεστιβάλ που έκλεισε τα 30 του χρόνια και μεγαλώνει διαρκώς. Απανωτά sold out, “καυτοί” κινηματογραφικοί τίτλοι, κρυφά indie διαμαντάκια και προσεγμένα αφιερώματα συνθέτουν την κορυφαία σινεφίλ περίοδο στην Αθήνα. Μιλάμε εξάλλου για ένα Φεστιβάλ που εν γνώσει του δεν απευθύνεται στους επαγγελματίες, αλλά στο κοινό, το οποίο το εμπιστεύεται και το αγαπά.
Συνειδητά και εγώ λοιπόν, κάθε χρόνο δεν κυνηγάω τις ταινίες που θα κοκκινίσουν τις πρώτες δύο ημέρες της προπώλησης. Τρεις ταινίες ξεχώρισαν στα μάτια μου φέτος, απ’ ότι πρόλαβα να δω. Το “Between the Temples” είναι ένα θεότρελο γλυκόπικρο ανεξάρτητο φιλμ από τις ΗΠΑ, που ελπίζω να βρει το δρόμο του κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον. Απ’ ότι διαβάζω έχει αποκτήσει ένα κάποιο world of mouth στην Αμερική πάντως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το “Good One” από την άλλη είμαι σίγουρος πως σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα μπορούσε να είναι το νέο “Aftersun”. Και λόγω θεματικής, αφού και εδώ έχουμε σχέση κόρη - πατέρα, αλλά και λόγω της σημαντικότητας των όσων λέει με τόσο φυσικό και ρευστό τρόπο. Μια από τις πιο αφοπλιστικές κινηματογραφικές εμπειρίες που βίωσα φέτος...
Τέλος, στο “Dying” ο Matthias Glasner κάνει πραγματικά μεγάλο σινεμά και σε νόημα, αλλά και σε διάρκεια (187 λεπτά). Δηλώνω εξαρχής θύμα των ταινιών εκείνων που αποτελούν βιογραφίες των δημιουργών τους, οπότε όταν έχουμε να κάνουμε με ταινίες που αγγίζουν τα όρια του αριστουργήματος, τα χέρια μου είναι δεμένα. Και πάλι εδώ η οικογένεια είναι στο επίκεντρο της ιστορίας. Μια οικογένεια που θα μπορούσε να αποτελεί το μέσο παράδειγμα στη Γερμανία, αλλά και ολόκληρη την κεντροδυτική Ευρώπη, που διαλύεται με το πέρασμα των χρόνων, χαρίζοντας μας παράλληλα μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές αντιπαράθεσης μητέρας με τον γιο της. Παράλληλα, ο στοχασμός για την ύπαρξη και την αξία της τέχνης δεν απουσιάζει ποτέ, με τον Lars Eidinger να παραδίδει μια ερμηνεία καριέρας. Από τις πιο σημαντικές ευρωπαϊκές ταινίες της χρονιάς, ίσως και της δεκαετίας. Θα προβληθεί στις αίθουσες μέσα στο 2025.
Δυστυχώς φέτος η διοργάνωση αποφάσισε να περιορίσει κατά πολύ τον αριθμό των προβολών στις οποίες δίνει πρόσβαση η δημοσιογραφική διαπίστευση, πράγμα που φαίνεται κάπως παράταιρο, όταν σε όλα τα φεστιβάλ η λογική τείνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως και να έχει εμείς το αγαπάμε!
Νοέμβριος 2024 // 65ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Ο θρίαμβος του ελληνικού σινεμά και η απόβαση των σταρ του Χόλιγουντ
Αγαπώ πολύ το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με διαφορετικό τρόπο από τις Νύχτες Πρεμιέρας, αφού στο παρελθόν έχω ανέβει να παρακολουθήσω ταινίες ως θεατής και τα τελευταία χρόνια το κάλυπτα εις διπλούν (συν το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ την Άνοιξη) μέσω των ταινιών που είναι διαθέσιμες στην online πλατφόρμα. Υπάρχει ένα δέος λοιπόν στα μάτια μου για αυτό, όπως και για την πόλη γενικότερα.
Το ΦΚΘ είναι ένας τεράστιος οργανισμός για τα δεδομένα της χώρας, ακόμα απέχει αρκετά και δεν ξέρω ποτέ αν θα μπορέσει να φτάσει τα μεγάλα Φεστιβάλ της Ευρώπης που έπονται της Αγίας Τριάδας (Βερολίνο, Κάννες, Βενετία), αλλά αποτελεί έναν καθιερωμένο θεσμό, τον οποίο επισκέπτονται όχι μόνο επαγγελματίες και δημοσιογράφοι από την Αθήνα, αλλά και από χώρες του εξωτερικού. Συνάμα, το brand name του δυναμώνει διαρκώς αρχικά εξαιτίας του τεράστιου και πολυσυλλεκτικού προγράμματος του, αλλά από πέρυσι και λόγω των λαμπερών καλεσμένων που βραβεύει (στα ευρωπαϊκά) πρότυπα για τη συμβολή τους στον κινηματογράφο.
Φέτος βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να βραβευτούν, αλλά και να παρουσιάσουν νέες και παλιές τους ταινίες το δίδυμο Ζιλιέτ Μπινός - Ρέιφ Φάινς, αλλά και ο Ματ Ντίλον! Είχα την τύχη και την τιμή να ακούσω και τους τρεις να μιλούν στις συνεντεύξεις τύπου που παραχώρησαν στους δημοσιογράφους και σχεδόν να τους αγγίξω όταν έφευγαν από την αίθουσα, αφού περνούσαν ακριβώς δίπλα μου. Είχαμε και 2-3 δηλώσεις που στα αυτιά μου ακούστηκαν κάπως, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Στήθηκε και κόκκινο χαλί έξω από το Ολύμπιον, τα φλας δε σταμάτησαν να αναβοσβήνουν, όμορφες εικόνες, λαμπερές.
Συνειδητά βέβαια και εδώ, έχοντας και το σύνδρομο των πολλαπλών venues που ανέφερα πιο πάνω, εκείνες τις ώρες επέλεγα τις προβολές στις αποθήκες του λιμανιού. Εδώ σχεδόν τα κατάφερα, αφού παρακολούθησα από μια τουλάχιστον ταινία σε κάθε αίθουσα, πλην του κινηματογράφου Μακεδονικόν, ο οποίος στα μάτια μου φαίνεται εκτός του γενικότερου κλίματος της διοργάνωσης.
Έχω την εντύπωση πως για πρώτη φορά σε φεστιβάλ, πέτυχα το απόλυτο βλέποντας μονάχα καλές ταινίες ή σχεδόν το απόλυτο, με πολλές από αυτές να συνοδεύονται από ενδιαφέροντα και όχι αδιάφορα - ως είθισται - Q&As. Όπως έκανα ξεκάθαρο και στην επικεφαλίδα, αυτό το Φεστιβάλ ήταν μια εξαίσια περίσταση για το ελληνικό σινεμά και τους δημιουργούς του.
Το "The River" του Χάρη Ραφτογιάννη και το "Lula LeBlanc" του Στέργιου Πάσχου (στο οποίο κάνει εξωπραγματικό step up σε σχέση με τον Τελευταίο Ταξιτζή) είναι δύο ταινίες που σε πρώτη ανάγνωση δεν έχουν κανένα κοινό μεταξύ τους, αλλά παρουσιάζουν στην οθόνη μερικές από τις πιο φρέσκες και συναισθηματικές σκηνές που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια. Η ζωή και ο θάνατος είναι οι σεναριακοί πρωταγωνιστές πάντως. Ελπίζω να πάρουν διανομή και οι δύο τους.
Σημαντικές ταινίες που δεν αποτελούν ελληνικές παραγωγές παρουσίασαν επίσης ο Αλέξανδρος Αβρανάς με το μηδενιστικό “Quiet Life” το οποίο βέβαια μοιάζει προσκολλημένο στο κίνημα του weird wave cinema, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό και η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη με το μεθυστικό “Harvest”.
Από εκεί και πέρα βρήκα εξαιρετικό το τρομακτικά επίκαιρο “Julie Keeps Quiet” που είναι υποψήφιο για το Βραβείο Κοινού LUX 2025, αλλά και το ελεγειακό φιλμ από το Χονγκ Κονγκ με τίτλο “All Shall Be Well”.
Αν όμως έπρεπε να σταθώ μονάχα σε μια ταινία αυτή θα ήταν το “When the Light Breaks” του Rúnar Rúnarsson από την Ισλανδία. Σε μόλις 82 κινηματογραφικά λεπτά η Ούνα βιώνει όλα τα πιθανά ανθρώπινα συναισθήματα. Από το πιο όμορφο στο χειρότερο δυνατό. Η αγάπη, η φιλία, η λύπη και η ομορφιά διαδέχονται η μια την άλλη, σε μια λιτή, μα καθόλου απλοϊκή ταινία που κοιτάει κατάματα το πένθος. Όλα αυτά κάτω από τον ισχνό ισλανδικό ήλιο μιας ατέλειωτης καλοκαιρινής ημέρας. Συγκλονιστικό δείγμα “φεστιβαλικού” σινεμά, που δεν πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες και ξέρει ακριβώς τι σκοπεύει να κάνει με το υλικό του, σεβόμενο τις απαιτήσεις του θεατή. Η ταινία θα προβληθεί στις αίθουσες της χώρας μέσα στο 2025.
Η μόνη παραφωνία, αν θέλετε, από εκείνες τις ημέρες ήταν το ιρανικό “My Favourite Cake” το οποίο ενθουσίασε τον μισό φεστιβαλικό πλανήτη και συνοδεύεται ακόμα και σήμερα από ένα σοβαρό hype. Δυστυχώς, στα δικά μου μάτια έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που δεν μπορούσε να κρύψει εξαρχής το που θα καταλήξει, ενώ από ένα σημείο και μετά έχει μια άκομψα εκβιαστική προσέγγιση απέναντι στο κοινό. Δε μιλάμε βέβαια για μια κακή ταινία, απλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι ειλικρινής ως προς τις προθέσεις της, το οποίο μερικές φορές ίσως είναι και χειρότερο...
Οι καλύτερες ταινίες της χρονιάς!
Φτάσαμε αισίως και εσείς και εγώ, αν φτάσατε κιόλας, στο σημείο για το οποίο επισκεφτήκατε εξαρχής τούτο το κείμενο. Πριν πάμε στο ζουμί της υπόθεσης τρία μικρά disclaimers. Αναφερόμαστε μονάχα σε ταινίες που προβλήθηκαν στις ελληνικές αίθουσες μέσα στο 2024. Υπάρχει ένας σημαντικότατος αριθμός 10-15 ταινιών που αν τις είχα δει εικάζω πως κάποιες από αυτές θα είχαν μπει στην τελική λίστα. Ενδεικτικά αναφέρω τις: Δαχομέη, Μικρά Πράγματα Σαν κι Αυτά, Φρίμοντ, Πέρασμα, Η Χίμαιρα, O Διάβολος δεν Υπάρχει & Μην Περιμένετε και Πολλά από το Τέλος του Κόσμου.
Τέλος, η σειρά αναφοράς των ταινιών είναι κάπως ρευστή, για αυτό και δεν υπάρχουν αριθμοί κατάταξης.
Πάμε όμως να δούμε πρώτα τα honorable mentions που έφτασαν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά την ίδια στιγμή: Ο Νόμος του Μέρφυ (Άγγελος Φραντζής), Κονκλάβιο (Έντουαρντ Μπέργκερ), Avant-Drag! (Φιλ Ιερόπουλος), Εμφύλιος Πόλεμος (Άλεξ Γκάρλαντ), Τοτέμ (Λίλα Αβιλές), Λεσβία (Τζέλη Χατζηδημητρίου), Οι Αντίπαλοι (Λούκα Γκουαντανίνο), Ανθρωπίστρια Βρικόλακας Αναζητά Αυτοκτονικό Άτομο (Αριάν Λουί-Σεζ), Furiosa: A Mad Max Saga (Τζορτζ Μίλερ), Το Καλοκαίρι της Κάρμεν (Ζαχαρίας Μαυροειδής) και 20.000 Είδη Μελισσών (Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγουρέν).
Ακολουθεί (επιτέλους) η λίστα:
Εδώ του Ρόμπερτ Ζεμέκις
Είχα τόσο μα τόσο χαμηλές προσδοκίες όταν μπήκα στην αίθουσα για να δω τούτη την ταινία και εν τέλει μου δούλεψε απίστευτα καλά, χωρίς να μπορώ να την αφήσω εκτός δεκάδας. Φιλόδοξο και πειραματικό εγχείρημα από τον Ρόμπερτ Ζεμέκις που δεν σταματά ποτέ να ανοίγει νέους δρόμους στο σινεμά (του), αφού η κάμερα δίχως να κουνιέται ποτέ κατά τη διάρκεια της ταινίας μας δείχνει τα ίδια λιγοστά τετραγωνικά μέτρα κατά τη διάρκεια των αιώνων. Το αποτέλεσμα παρόλα αυτά, είναι τόσο παλιομοδίτικο - με την καλή έννοια - και δένει όλο και περισσότερο καθώς φτάνουμε στο τέλος. Τα γνωστά χιλιοειπωμένα ερωτήματα τίθενται και εδώ, από που ερχόμαστε, που πάμε, ποιο είναι το νόημα της ζωής; Η ταινία όμως έχει ειλικρινείς προθέσεις και καρδιά...
Anora του Σον Μπέικερ
Πολυαναμενόμενος και πολυβραβευμένος νέος Σον Μπέικερ που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις πιο πρόσφατες Κάννες και αναμένεται να χτυπήσει την πόρτα των Όσκαρ ως ένα από τα φαβορί. Εδώ παρακολουθούμε ένα μοντέρνο Cinderella story που κοιτάζει κατάματα το τσαλακωμένο και φθαρμένο αμερικάνικο όνειρο του σήμερα. Με μια αφήγηση που έχει διαρκώς το πόδι πατημένο στο γκάζι και με χοντροκομμένο πολλές φορές χιούμορ, μεταφέρει την Anora από το ναδίρ στο ζενίθ και ξανά πίσω. Υπάρχει μια ηθελημένη υπερβολή καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, η οποία αποκαθίσταται όμως με μια από τις πιο ανθρώπινες και ζεστές σκηνές στην ιστορία του σύγχρονου αμερικάνικου σινεμά. Έχουν περάσει κάποιοι μήνες απ’ όταν είδα την ταινία στην Τελετή Έναρξη των Νυχτών Πρεμιέρας και από τότε κάνει διαρκώς grow στο μυαλό μου. Οπότε αυτό κάτι θα σημαίνει.
Maria του Πάμπλο Λαραΐν
Είχα λατρέψει το Spencer, για το Jackie δεν έχω άποψη μιας και δεν το έχω δει. Εδώ πάντως ο Πάμπλο Λαραΐν αποδεικνύει εκ νέου ότι είναι ένας από τους κορυφαίους - αν όχι ο κορυφαίος - δημιουργούς στον τομέα της μυθοπλαστικής βιογραφίας. Θερμά χρώματα και ένα Παρίσι που λειτουργεί ως ο ιδανικός καμβάς πίσω από την εντυπωσιακή Ατζελίνα Τζολί που παραδίδει μια βαθύτατα εσωτερική, αλλά και σωματική ερμηνεία. Όσοι “πατριώτες” δουν την ταινία για τη “δική” τους Κάλλας θα απογοητευτούν οικτρά και αυτή είναι μια πρώτη επιτυχία. Η ταινία ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη Μαρία και όχι για την Κάλλας, μια άκρως καταξιωμένη, αλλά και ταλαιπωρημένη γυναίκα που δεν κατάφερε να ξεφύγει ποτέ από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Όλη η ταινία συνοψίζεται πλήρως σε μια σκηνή, αυτή όπου η Μαρία μοιάζει να είναι ο εαυτός της για πρώτη και τελευταία φορά, λίγο πριν το συγκινητικό φινάλε.
Tack της Βάνιας Τέρνερ
Ίσως η πιο σημαντική ελληνική ταινία της χρονιάς που αν και άργησε εν τέλει τα κατάφερε να βγει στις αίθουσες πριν από μερικές εβδομάδες. Εδώ παρακολουθούμε τον αγώνα της νεαρής αθλήτριας της ιστιοπλοΐας Αμαλίας Προβελλεγγίου που καταγγέλλει δημόσια τον πρώην προπονητή της για συστηματική σεξουαλική κακοποίηση και βρίσκει πολύτιμη βοήθεια στην ομοιοπαθούσα ολυμπιονίκη Σοφία Μπεκατώρου. Συγκλονιστικό και σοκαριστικό ντοκιμαντέρ που λειτουργεί ως κοινωνική καταγγελία και δεν σου επιτρέπει να πάρεις τα μάτια σου από πάνω ούτε για 10 δευτερόλεπτα.
Υπέροχες Μέρες του Βιμ Βέντερς
Ο Βιμ Βέντερς επέστρεψε για τα καλά και εδώ συνεργάζεται με τον Κότζι Γιακούσο, όπου από κοινού μας χαρίζουν ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, το οποίο δεν επιδιώκει να γίνει το επίκεντρο της προσοχής. Οσκαρική υποψηφιότητα διεθνούς ταινίας και βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών για μια βαθιά λιτή και φιλοσοφημένη ταινία που μας παίρνει μαζί της στην καθημερινότητα του Χιραγιάμα που εργάζεται ως καθαριστής δημόσιων τουαλετών στο Τόκιο. Οι μέρες κυλούν δίνοντας τη σειρά τους η μια στην άλλη, χωρίς να συμβαίνει κάτι θεαματικό. Αυτό όμως που μετράει εδώ είναι η αξία των μικρών καθημερινών στιγμών γύρω μας. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο η ταινία δεν καταντά ποτέ μονότονη ή ανιαρή και αυτό είναι πραγματικά σπουδαίο. Σινεμά φτιαγμένο από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο...
Kneecap του Ριτς Πέπιατ
Βραβευμένο στο Φεστιβάλ του Σάντανς. Σεξ, ναρκωτικά και ιρλανδική ραπ συνθέτουν την πιο απολαυστική ταινία της χρονιάς για το συγκρότημα από την Ιρλανδία που ήρθε για να αλλάξει τους κανόνες της παγκόσμιας ραπ σκηνής. Ξέφρενο δείγμα επίκαιρου πολιτικού σινεμά που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο. Τετραπλή αποκάλυψη τα μέλη του συγκροτήματος που παίζουν αδιανόητα καλά στην ταινία, αλλά και ο Μαίκλ Φασμπέντερ σε ρόλο έκπληξη. Ύμνος στην ανθρώπινη ελευθερία και τις τσαλαπατημένες ηθικές αξίες, δίχως να γίνεται ποτέ σοβαροφανής και δήθεν ως ταινία!
Kinds of Kindness του Γιώργου Λάνθιμου
Κανονικά ο Γιώργος Λάνθιμος δικαιούται διπλή εκπροσώπηση στην παρούσα λίστα, αλλά για να πω την αμαρτία μου εκτίμησα το Kinds of Kindness ακόμα περισσότερο από το Poor Things. Κάπως unpopular opinion, αλλά το σύμπλεγμα των τριών αυτών απάνθρωπων ιστοριών και το κλείσιμο του ματιού στις παλιότερες ταινίες του, έχουν στα μάτια μου σπουδαία καλλιτεχνική αξία. Εδώ ο Λάνθιμος φαίνεται να επιστρέφει εν μέρει στις ρίζες του, φτιάχνοντας μια ταινία που δεν περιέχει τα συστατικά που θα την μετατρέψουν σ’ ένα προσβάσιμο προϊόν για το ευρύ κοινό. Σπάει και λίγο πλάκα ίσως, αυτό είναι ευδιάκριτο και από τον τίτλο εξάλλου. Σκληρό σινεμά, με πολλαπλούς συμβολισμούς και δίχως ελπίδα για τον καταδικασμένο άνθρωπο του 21ου αιώνα...
Το Διπλανό Δωμάτιο του Πέδρο Αλμοδόβαρ
Ο Αλμοδόβαρ είναι σαν το παλιό κρασί, αφού όσο περνούν τα χρόνια τόσο ωριμάζει και αυτός ως δημιουργός. Στο Διπλανό Δωμάτιο λοιπόν γινόμαστε ίσως μάρτυρες της πιο ώριμης και ανθρώπινης στιγμής του - μαζί με το Πόνος και Δόξα - αφού κοιτάει κατάματα και δίχως φόβο τον θάνατο και το δικαίωμα στην ευθανασία. Στοχαστικό δράμα γύρω από την ύπαρξη, την ηθική και τις ανθρώπινες σχέσεις που τιμήθηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας με το μεγάλο Βραβείο του Χρυσού Λέοντα. Η αλλαγή γλώσσας μάλλον δυσκόλεψε ελαφρώς τον Αλμοδόβαρ, αφού στην αρχή η ιστορία και οι χαρακτήρες φαντάζουν κάπως αμήχανοι, αλλά στο δεύτερο μέρος η ταινία απογειώνεται, χτίζοντας αγωνία και ένταση από το πουθενά, μέχρι να μας χαρίσει ένα από τα πιο όμορφα και λυτρωτικά φινάλε.
Animal της Σοφίας Εξάρχου
Χρυσός Αλέξανδρος στη Θεσσαλονίκη - η πρώτη ελληνική ταινία που το πετυχαίνει αυτό μετά από 30 χρόνια - και βραβείο ερμηνείας στο Λοκάρνο για μια ουσιαστικά πολιτική ταινία που δεν σταματά όμως εκεί. Η Κάλια είναι επικεφαλής μιας ομάδας ανιματέρ που δουλεύουν σε ένα all-inclusive ξενοδοχείο. Η τουριστική σεζόν έχει μόλις ξεκινήσει, η πίεση καθημερινά μεγαλώνει κι εκείνη, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει την προσωπική της μοναξιά με την επαγγελματική της ευσυνειδησία, θα γίνει φίλη με τη νεαρή, πρωτόβγαλτη συνάδελφό της Εύα. Μινιμαλιστικό σινεμά, που αναπαριστά με ποικίλους τρόπους την ανθρώπινη μοναξιά και την αποξένωση στην - ας πούμε - Δυτική κοινωνία μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Το ελληνικό λαμπερό καλοκαίρι αποδομείται πλήρως εδώ - ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που ενόχλησε κάποιους η ταινία - και μια όμορφη μιζέρια επικρατεί σε κάθε πλάνο. Η συναισθηματική κορύφωση της ιστορίας, αλλά και της καταπληκτικής Δήμητρας Βλαγκοπούλου επιτυγχάνεται πλήρως στη σκηνή του καραόκε bar, συνθέτοντας με αυτόν τον τρόπο μια ρεαλιστική αλλά συνάμα ονειρική αναπαράσταση της σκληρής πραγματικότητας στη χώρα που ζούμε. Μια αβάσταχτη σιωπή πλανάται διαρκώς πάνω από τα κενά βλέμματα...
Τα Παιδιά του Χειμώνα του Αλεξάντερ Πέιν
Άμεσο Christmas classic και έρωτας με την πρώτη ματιά για μια γλυκόπικρη και νοσταλγική ταινία για τους απόκληρους της αμερικανικής κοινωνίας. Τα Χριστούγεννα του 1970, ένας δύστροπος καθηγητής φιλολογίας ενός πρωτοκλασάτου κολεγίου είναι αναγκασμένος να περάσει τις γιορτές στο έρημο σχολείο, παρέα με την μαγείρισσά του και έναν ατίθασο έφηβο. Ο Αλεξάντερ Πέιν, όντας ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών του ανεξάρτητου κινηματογράφου σκηνοθετεί εδώ μια μικρή ταινία που δεν κραυγάζει, αλλά έχει σίγουρα τεράστια καρδιά. Αφοπλιστικές ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό τρίο, που σε συνδυασμό με την συμπονετική σκηνοθετική ματιά του Payne προς τους χαρακτήρες του συνθέτουν ένα από αυτά τα φιλμ που αγαπώ να χαρακτηρίζω - όπως και αρκετοί άλλοι - ως warm hugs, στα οποία θέλεις να βυθιστείς μέσα τους και αν γίνεται να μείνεις για πάντα εκεί. Ακόμα μία από εκείνες τις σπουδαίες ταινίες που μας υπενθυμίζουν πως το μοναδικό εφόδιο που έχουμε σ’ αυτόν τον σκληρό και μάταιο κόσμο είναι οι σχέσεις που αναπτύσσουμε μεταξύ μας...
Καλά Χριστούγεννα!
0 comments