Laura Palmer: Ο κόσμος μέσα από τα μάτια του Lynch

«It is a story of many, but it begins with one; Laura is the one» -Log Lady

 Η πρόταση που συνοψίζει σε λίγες μόνο λέξεις ότι αυτή η ιστορία είναι πολύ πιο κοντά μας από ό,τι φαίνεται.

Πριν έναν χρόνο τέτοιες μέρες, ο δημιουργός David Lynch, άφησε τον κόσμο μας, και αν δούμε τη ζωή μέσα από τα δικά του μάτια, σίγουρα θα πήγε σε κάποιο άλλος μέρος, καλύτερο. Με αφορμή τη σκέψη αυτή και τις προβολές που γίνονται αυτό το διάστημα στα σινεμά, αποφάσισα να αποδώσω και εγώ έναν φόρο τιμής στον αγαπημένο μου σκηνοθέτη, μιλώντας για ένα έργο το οποίο δεν είναι μόνο το απόγειο των ικανοτήτων του και της σκηνοθετικής του αισθητικής, αλλά και μια «περίληψη» όσων προσπάθησε να μας πει. Twin Peaks: Fire Walk With Me λοιπόν, και ο κόσμος γύρω από την Laura Palmer. 

Υ.Γ.: Το κείμενο δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση θεωρητική ανάλυση της ταινίας, αλλά περισσότερο είναι μια προσωπική έκφραση θαυμασμού και λόγω της περίσσιας αγάπης μου για την ιστορία και της σαστισμένης της φύσης, μπορεί να φλερτάρει με μια ακατάστατη δομή.

Το Twin Peaks: Fire Walk With Me  είναι η απάντηση στην ερώτηση γιατί η Λώρα Πάλμερ είναι ένας σύγχρονος τραγικός ήρωας. Την ακολουθούμε στο σπίτι της, στο σχολείο της, στο μπαρ, στο δάσος και όσο προχωράμε πιο κοντά στο μοιραίο βράδυ, ένα γίνεται κατανοητό: ότι ο θάνατος της Λώρα Πάλμερ ήταν αναπόφευκτος.

Αν και θεωρητικά αποτελεί πρίκουελ της σειράς, γίνεται  ευκολότερα αντιληπτή μετά την παρακολούθηση των δυο πρώτων σεζόν, και συνομιλεί πολύ έντονα με την τρίτη, την εύστοχα αποκαλούμενη «The Return». Βέβαια, προσωπικά δεν ξέρω αν τελικά υφίσταται μια «σωστή» σειρά παρακολούθησης, αφού ο χωροχρόνος στο Τουίν Πικς  είναι ένα τεράστιο, μπερδεμένο κουβάρι, και η αληθινή πρόκληση που αντιμετωπίζουμε λύσουμε ως θεατές είναι το ξετύλιγμά του.

Η Λώρα Πάλμερ παρουσιάζεται σαν επίκεντρο του σύμπαντος –στην κυριολεξία- είτε ως φυσικό πρόσωπο, είτε αργότερα στην «Επιστροφή» ως μια πολυδιάστατη σωτήρια οντότητα. Γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι η Λώρα Πάλμερ ήρθε στη ζωή για να πεθάνει, σαν θυσία για να σταματήσει το κακό που φαίνεται να  διαιωνίζεται. Εδώ βρίσκεται η τραγικότητα της ιστορίας της: αποτελεί ένα ον που ακροβατεί κάθε μέρα ανάμεσα στο καλό και το κακό και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που επιλέγεται από το Κακό για να εξουδετερωθεί. Ο τίτλος “Fire Walk With Me”, που επαναλαμβάνεται διόλου τυχαία στην ταινία, εκφράζει αυτόν τον δελεαστικό πειρασμό, την απειλητική αίσθηση της φωτιάς που καίει την ηρωίδα και ψάχνει απεγνωσμένα τρόπους να ξεφύγει από αυτήν. Ενώ υπάρχει διαρκώς η προσπάθεια να σώσουμε τη Λώρα, καταλαβαίνουμε –με ιδιαίτερη πικρία- πως ούτε μπορεί ούτε πρέπει να σωθεί˙ για να σωθεί η Λώρα πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πολύ πίσω και να σταματήσουμε το Κακό (που αργότερα μετατρέπεται σε τραύμα) από τη γέννησή του (περισσότερες λεπτομέρειες για την προέλευση του Κακού υπάρχουν στην τρίτη σεζόν).  Πρέπει δηλαδή, να βρούμε τις ρίζες που είναι τόσο καλά θαμμένες, που χρειάζεται να αναστραφεί ολόκληρος ο κόσμος για να καταστραφούν. Μέσα στο κλίμα αυτό, βλέπουμε και τον διαχωρισμό του σε δυο lodges. Ίσως αυτός είναι ο πιο απτός τρόπο με τον οποίο ο Λιντς μας λέει ότι η δομή του εαυτού μας και όλου του περιβάλλοντος κόσμου μας βασίζεται στο γιγαντιαίο δίπολο Καλό-Κακό, χωρίς βέβαια να υποβαθμίσει την ανθρώπινη βούληση, αλλά υπενθυμίζοντας πως υπάρχουν δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από εμάς, και κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν θα μπορέσουμε ποτέ να τις δαμάσουμε.


Θεωρώ επίσης, ένα είναι το κλειδί για την κατανόηση του σύμπαντος αυτού: η παρουσία του πράκτορα Philip Jeffries (David Bowie). Στα λίγα λεπτά εμφάνισής του, ζούμε ένα φρικιαστικό πυρετώδες παραλήρημα. Όμως είχε πράγματι τη θέση κάποιου εξωπραγματικού προφήτη: από την αληθινή φύση των όντων που θα βλάψουν τη Λώρα, μέχρι τι διάσπαση της ταυτότητας και του κόσμου, μας δίνει ό,τι απάντηση χρειαζόμαστε, και που δε θα καταλάβουμε με καθαρότητα μέχρι και τη σεζόν της «Επιστροφής». 

Η ιστορία της Λώρα Πάλμερ λοιπόν είναι πολλά: είναι η βία και το τραύμα. Είναι η κατάρριψη του αμερικανικού ονείρου, η κριτική της επαρχίας και της σιωπηλής συνενοχής, είναι το εξαναγκαστικό τέλος της αθωότητας. Είναι η ανάδειξη του σεξουαλικού τραύματος και η συνύπαρξη με αυτό. Είναι μια ιστορία άρνησης, μια προσπάθεια συμφιλίωσης με το παρελθόν και τη βρομιά που πηγάζει από αυτό. Είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει η ηρωίδα στη ζωή. Όλη η ταινία, θυμίζει λίγο κάποιο μακρινό όνειρο, πολύ περισσότερο εφιάλτη, μπερδεύοντας πραγματικότητα και ψευδαίσθηση, γνώση και ένστικτο, ανάμνηση και φόβο. Καθιστά τον τρόμο τόσο απροσδιόριστο, ώστε και εμείς καταλήγουμε να νιώθουμε σαν την πρωταγωνίστρια: δεν έχουμε ζήσει ακόμα το μέλλον της, κι όμως νιώθουμε ότι θα συμβεί.

«Και οι άγγελοι δε θα έρθουν για να σε βοηθήσουν γιατί όλοι έχουν φύγει» λέει η Λώρα λίγες ώρες πριν το τέλος της, «οι άγγελοι θα επιστρέψουν, και όταν βρεις αυτόν που ήρθε για να σε βοηθήσει θα δακρύσεις από χαρά» απαντάει ο πατέρας της καλύτερής της φίλης, και κάπως έτσι φτάνουμε στο φινάλε της ταινίας, σε ένα από τα πιο συγκινητικά και ανατριχιαστικά κινηματογραφικά φινάλε, βλέποντας τη Λώρα ξανά να χαμογελάει, μόνο αφότου έφυγε από όλα αυτά που την βασάνιζαν στον κόσμο μας και -επιτέλους- να βρίσκει τον άγγελό της.

0 comments