Στην Τελετή Έναρξης των 32ων Νυχτών Πρεμιέρας που έλαβε χώρα την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών προβλήθηκε το Club Kid, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Jordan Firstman.
Ο Jordan Firstman, που υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία, πρωταγωνιστεί ως Peter, ένας party promoter που ζει μέσα στη διαρκή ένταση της πόλης, χωρίς ιδιαίτερες ευθύνες ή δεσμεύσεις. Η καθημερινότητά του ανατρέπεται όταν εμφανίζεται ξαφνικά ο δεκάχρονος γιος του, Arlo, για την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε μέχρι πρότινος.
Το premise μοιάζει αρκετά συμβατικό, όμως ο Firstman το χειρίζεται με προσωπικό τρόπο, τόσο στο setting των club και της underground queer σκηνής της Νέας Υόρκης όσο και στον τρόπο που χτίζεται η σχέση πατέρα και γιου. Η δική του ματιά δίνει στην ταινία χαρακτήρα και, κυρίως, μια αίσθηση συναισθηματικής ειλικρίνειας, χωρίς να απουσιάζει το χιούμορ από πολλές στιγμές της.
Η αφήγηση ξεκινά με έντονο ρυθμό, στη νυχτερινή Νέα Υόρκη, και το 35mm κάνει το nightlife να μοιάζει με ανάμνηση: το grain και τα φώτα των clubs δίνουν στην εικόνα πυκνότητα και ζωντάνια. Σταδιακά ο ρυθμός πέφτει και η ιστορία περνά από τη νύχτα στη σχέση των δύο χαρακτήρων, χωρίς να εγκαταλείπει το περιβάλλον της, αφού ο κόσμος του Peter υποδέχεται τον Arlo. Η εικόνα δεν αλλάζει μαζί με τη ζωή του: το 35mm μένει σταθερό και αλλάζει μόνο αυτό που κοιτάζει. Καθώς ο Peter απομακρύνεται από την κίνηση και τον θόρυβο, το κάδρο γεμίζει λιγότερο με κόσμο και φώτα και η ίδια υφή που έκανε τη νύχτα να μοιάζει με ανάμνηση δίνει τώρα στις ήσυχες στιγμές την αίσθηση ζεστασιάς.
Για μένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η έμφαση που δίνεται στη μουσική ως τρόπο σύνδεσης και επικοινωνίας. Το μουσικό γούστο του Arlo, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, είναι κληροδότημα από τη μητέρα του. Οι επιλογές του — αρκετά niche για δεκάχρονο και με αναφορές από Cocteau Twins, Elliott Smith, Massive Attack και Björk μέχρι Slipknot και Slayyyter — λειτουργούν ως γέφυρα με τον Peter. Το γεγονός ότι μοιράζονται ακούσματα τους προσφέρει έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, μέσα από τον οποίο αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον και έρχονται πιο κοντά.
Στο σύνολό της, η μουσική της ταινίας κινείται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις: τη συλλογική, ηλεκτρονική ενέργεια των clubs και την πιο ήσυχη, μελαγχολική οικειότητα των ακουσμάτων του Arlo. Ο Arlo κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους: από τη μία ακούει αυτή τη μουσική, από την άλλη του αρέσει το DJing. Η ταινία κάνει αυτή τη συνύπαρξη απτή μέσα από τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν — τον δίσκο του Elliott Smith, το πιάνο και τον εξοπλισμό DJ στο διαμέρισμά τους.
















