Ήταν το “μακρινό” 1992 όταν το Beauty and the Beast (1991) της Disney έγινε η πρώτη animated ταινία η οποία ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Τέσσερα χρόνια μετά, απονεμήθηκε ένα ειδικό βραβείο Όσκαρ στο Toy Story (1995), αυτό της πρώτης μεγάλου μήκους animated ταινίας που δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το 2002 η Ακαδημία αποφάσισε να δημιουργήσει μια ξεχωριστή κατηγορία, αυτή της Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, παραδίδοντας το φρεσκοφτιαγμένο, αυτό, αγαλματίδιο στην ταινία Shrek (2001). Μπορεί, λοιπόν, η χρυσή εποχή του animation να θεωρείται πως έχει λήξει, μιας και ο όρος αυτός συνήθως αποδίδεται στις δεκαετίες μεταξύ του 1920 και του 1960, αλλά είναι εκτυφλωτικά ξεκάθαρο πως οι δυνατότητες του animation, όχι μόνο δεν παρέμειναν σε μια μη εξελικτική αδράνεια, αλλά κάθε δεκαετία που ακολούθησε πρόσθετε νέα όπλα στις βαλλίστρες των σύγχρονων animators, ακόμα και αν αυτά δεν αξιοποιούνταν πάντα.
Η αλήθεια είναι πως τις τελευταίες δεκαετίες το Αμερικανικό animation έχει, δυστυχώς, διαβεί τον πιο δύσβατο δρόμο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέσο. Η δικαιολογημένη δημοτικότητα των ταινιών της Pixar είχε ως αποτέλεσμα όλα τα υπόλοιπα μεγάλα animation studios να στηρίζονται υπερβολικά πολύ στην ασφαλή εμφάνιση και αίσθηση των ταινιών Pixar, χωρίς να δοκιμάζουν κάτι καινούργιο. Προφανώς, φραντσάιζ όπως αυτά των ταινιών Shrek, Kung Fu Panda και How to Train Your Dragon ήταν και εισπρακτικές επιτυχίες, αλλά και αγαπήθηκαν από το κοινό. Αν, όμως, αντί για το λογότυπο της Dreamworks κολλάγαμε πάνω τους ένα αυτοκόλλητο με το λογότυπο της Pixar, κανείς δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά. Το ίδιο ισχύει και για τις animated ταινίες της μητρικής εταιρίας της Pixar, της Disney. Όταν η Disney, το 2006, ολοκλήρωσε την αγορά της Pixar, το μέλλον των δυο στούντιο παραγωγής, φαινόταν πολύ λαμπρό, μιας και η Disney ήταν η εταιρία-βασίλισσα του παραδοσιακού 2D animation ζωγραφισμένου με το χέρι, ενώ η Pixar θα έφερνε το φρέσκο, φτιαγμένο από ηλεκτρονικό υπολογιστή, animation. Η ευκολία των νέων ψηφιακών μέσων, όμως, οδήγησε και την ίδια τη Disney να υιοθετήσει το computer generated animation, με το παραδοσιακό animation να οδηγηθεί σταδιακά σε αφανισμό.
Τα προβλήματα του animation, όμως, δεν περιορίζονται μόνο σε «εμφανισιακά». Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εταιρίες παραγωγής προσπαθούν όλο και περισσότερο να γεμίσουν τις παιδικές-animated ταινίες τους με ονόματα αστέρων του Hollywood, ελάχιστοι από τους οποίους έχουν εμπειρία με το voice acting. Πλέον, βλέπουμε το cast ορισμένων animated ταινιών να είναι πιο αξιοζήλευτο και από αυτά των ταινιών του Wes Anderson, με κάθε λογής βραβευμένο ηθοποιό να λαμβάνει μέρος σε animated ταινίες με -συνήθως- μόνο σκοπό το να εισπράξει ένα εύκολο και γρήγορο μισθό. Την ίδια στιγμή, επαγγελματίες voice actors που έχουν χτίσει την καριέρα τους πάνω στο να δανείζουν τις φωνές τους σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων, βιώνουν την περιθωριοποίηση από τα στούντιο όλο και περισσότερο. Παρόμοια, οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής δεν φαίνεται να φέρονται και τόσο καλά στο αναμφισβήτητα σημαντικότερο κομμάτι των animated ταινιών, δηλαδή στους ίδιους τους animators. Περικοπές σε μισθούς, υπερβολικά ωράρια και φόρτο εργασίας αλλά και απολύσεις είναι μερικές από τις εξωφρενικές αδικίες που βιώνουν τέτοιου είδους καλλιτέχνες τα τελευταία χρόνια.
Ευτυχώς, όμως, το μέλλον φαίνεται πιο λαμπρό για το animation, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με το δημιουργικό κομμάτι. Με την κυκλοφορία του Spider-Man: Into the Spider-Verse (2018) οι εταιρίες παραγωγής φαίνεται πως είναι, επιτέλους, διατεθειμένες να σκεφτούν έξω από το κουτί και να δοκιμάσουν όλο και πιο διαφορετικές και πρωτότυπες πράγματα. Η ταινία ξεχώρισε λόγω της χρήσης ενός πολύ ιδιαίτερου και πρωτότυπου εικαστικού στιλ και animation, μιας και έδενε τέλεια με την κόμικς προέλευση των χαρακτήρων. Η όλο αυξανόμενη δημοτικότητα του Ιαπωνικού anime είναι άλλος ένας παράγοντας που φαίνεται πως επηρεάζει τα αμερικανικά animation studios, τόσο στο εικαστικό κομμάτι, όσο και σε τεχνικές. Επίσης, adult animated σειρές όπως το The Legend of Vox Machina φαίνεται να φέρουν στο προσκήνιο τη σημαντικότητα των voice actors και το ίδιο ισχύει και για τη βιομηχανία του gaming. Το stop-motion animation είναι ένα άλλο είδος animation το οποίο αρχίζει και τραβάει όλο και περισσότερα βλέμματα τα τελευταία χρόνια, με πρωτοκλασάτους σκηνοθέτες όπως ο Guillermo del Toro και ο Wes Anderson να αναλαμβάνουν όλο και περισσότερα projects, όπως το Guillermo del Toro' s Pinocchio (2022) και το Isle of Dogs (2018) αντίστοιχα. Τέλος, και χωρίς καμία έκπληξη, η διαφορά φαίνεται να έρχεται από πιο ανεξάρτητα animation studios, όπως το Ιρλανδικό Cartoon Saloon, με πανέμορφες hand-drawn animated ταινίες, όπως το Wolfwalkers (2020) και το Song of the Sea (2014), αλλά και από ανεξάρτητους animators, όπως ο Sergio Pablos με το Klaus (2019), το οποίο πέρα από το παραδοσιακό hand-drawn animation, εφάρμοσε και εντελώς πρωτοποριακές τεχνικές φωτισμού.
Αυτή η στροφή προς την πρωτοτυπία, ευτυχώς, μπορεί ήδη να φανεί και σε mainstream επίπεδο, αν ρίξουμε μια ματιά στις υποψηφιότητες των φετινών Oscars. Από το stop-motion animation του Guillermo del Toro' s Pinocchio (2022), στο ανάμεικτο stop-motion με live action του Marcel the Shell with Shoes On (2021), στο κλασικό πιξαρικό animation του Turning Red (2022) και στο εμπνευσμένο από το Spider-Verse, αλλά πάντα πρωτότυπο animation του Puss in Boots: The Last Wish (2022), οι υποψήφιες ταινίες δεν θα μπορούσαν να ήταν πιο διαφορετικές η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως το animation είναι το πιο χρονοβόρο κινηματογραφικό είδος/μέσο, μιας και η κάθε ταινία περνάει διπλάσιο και τριπλάσιο χρόνο στη φάση παραγωγής, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη live-action ταινία. Τα μεγάλα κύματα πρωτοπορίας που δημιούργησαν οι animated ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας, όμως, φαίνεται επιτέλους να χτυπάνε τόσο τις μικρές, όσο και τις μεγάλες εταιρίες παραγωγής και δεν θα ήταν παράλογο να πούμε πως οι επερχόμενες δεκαετίες θα είναι πιο χρυσές από ποτέ.





0 comments