''The Lovers on the Bridge'' – Sobbing in my cup of coffee because I fell for another loser…
Κυλάει η ζωή και σε προσπερνάει. Τρέχεις δακρυσμένη να προλάβεις, μα δεν βλέπεις μπροστά σου και με τη ψυχή στο στόμα, σταματάς. Εκεί, βρίσκεται το σινεμά του Leos Carax, σε εκείνον τον ερημωμένο δρόμο με την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Στο σημείο αυτό, κάνεις μια παύση και επιτέλους ανασαίνεις. Ο Carax σου προσφέρει όλες τις στιγμές – ή ακόμη και ολόκληρες ζωές – που δεν κατάφερες ποτέ να εκπληρώσεις. Άσχετα αν προσπάθησες ή όχι, ασχέτως αν αυτές είναι σουρεαλιστικές, ουτοπικές, αν φαντάζουν αδύνατες κι εκκεντρικές. Με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη, στις χαρίζει τόσο απλόχερα, σαν να είναι το σινεμά το μόνο του ένστικτο. Δεν μπορείς παρά να σπάσεις, μόνο και μόνο για να χωρέσεις μέσα σου κάθε καρέ, και τελικά, να του αφήσεις ένα κομμάτι της ψυχής σου που εκείνος διακριτικά θα φυλάξει – μικρό αντίτιμο ενός εισιτηρίου που γράφει κάτω-κάτω «λύτρωση»…
Στο The Lovers on the Bridge (1991), εκτυλίσσεται η εκκεντρική ιστορία αγάπης μεταξύ δύο περιπλανώμενων. Στη “Pont Neuf”, τη παλαιότερη γέφυρα του Παρισίου, η οποία παραμένει κλειστή λόγω συντήρησης, θα βρεθούν ο Alex (Denis Lavant), ένας καλλιτέχνης του δρόμου εξαρτημένος στο αλκοόλ και τα κατασταλτικά, με την Michèle (Juliette Binoche), μια ζωγράφο εξωθημένη στο δρόμο λόγω μιας σπαραξικάρδια αποτυχημένης σχέσης και της σπάνιας ασθένειάς της, που σιγά-σιγά τη καθιστά τυφλή. Από ένα σπόρο συμπάθειας, θα ανθίσει μεταξύ τους ένας έρωτας που από την αρχή φαντάζει καταδικασμένος να μην ολοκληρωθεί. Από τον μεθυσμένο χορό κάτω από το λαμπύρισμα των πυροτεχνημάτων και το κυνηγητό στην αμμουδιά, έως τους αποστειρωμένα μονότονους διαδρόμους του μετρό και την απόκοσμη ψυχρότητα της φυλακής, υπάρχει ελπίδα; Μόνο μια βουτιά από τη γέφυρα θα δείξει…
Μένω λοιπόν, ξύπνια τη νύχτα και αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που με έκανε να ξεσπάσω σε λυγμούς από το πρώτο κιόλας λεπτό της ταινίας… Να ήταν η μελαγχολία των άδειων δρόμων, που βύθισε με το βάρος της τη καρδιά στο στομάχι μου; Μήπως ήταν η λαχτάρα που το φιλμ μαγνήτισε από μέσα μου, η αλλοτρίωση που ξεχύθηκε έξω και με τύλιξε; Ίσως είναι που ο Carax παίρνει, θαρρείς, μια απόσταση από τη πραγματικότητα, τόση ώστε να τη χωράει ολόκληρη στη χούφτα του, να τη περιεργάζεται. Κι έτσι όπως τη φιλτράρει μέσα από τα εκκεντρικά του μάτια, υφαίνει τις ταινίες του με νήμα φτιαγμένο από κάποιο μακρινό, χαοτικό όνειρο και όλα τα συναισθήματα εκείνα που δεν περιγράφονται ακριβώς με μια λέξη, αλλά κρύβονται σε στεναγμούς ή ελαφριές ανάσες, καμία φορά σε γέλια υστερικά, σε ανεπαίσθητα χαμόγελα ή ακόμη στα πιο πικρά σιωπηλά δάκρυα…
Το The Lovers on the Bridge, δεν είναι παρά η μαγεία που απεγνωσμένα ψάχνεις μέσα στη μιζέρια. Η άστεγη κατάσταση δεν είναι παρά μια αλληγορία στην ανάγκη για θαλπωρή που δεν έχει αντίκρισμα. Ο Carax, όχι μόνο δεν προσπαθεί να ρομαντικοποιήσει τον έρωτα, αλλά αποκαλύπτει την βασανισμένη και βασανιστική, άσχημη πλευρά του κάθε φορά που η φανταχτερή αυλαία του glitter και των πυροτεχνημάτων πέφτει. Με το νατουραλιστικό φόντο του Παρισίου να δρα αποπλανητικά, o ρεαλισμός εμπίπτει σε δεύτερη μοίρα, σε σημείο που απορεί κανείς αν ο Carax σατιρίζει. Παράλληλα, η αμφίβολη δομοστατική ακεραιότητα της γέφυρας, αντικατοπτρίζεται στην αγάπη των δύο ηρώων και κατ’ επέκταση, στην ευαλωτότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Γίνεται ξεκάθαρο άλλωστε, μέσα στη παλλόμενη ατμόσφαιρα που τυλίγει το φιλμ, ότι όλα δύναται να καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή. Αντίστοιχα, η πολεοδομική αντίθεση στην ανθρώπινη κλίμακα συγκρούεται με τις φορτισμένες ατομικές ιδιοσυγκρασίες στη πάλη για επιβίωση, δημιουργώντας κάθε τόσο ένα εκρηκτικό παραλήρημα.
Ξεθωριασμένοι πίνακες ζωγραφικής, τέχνη παρασυρόμενη από τον άνεμο, πυρκαγιές σε σάρκα και χαρτί, ζωηρά καφέ, σκουπίδια, φεγγαρόλουστες νύχτες στην ακροθαλασσιά. Όλα τα χωράει η ταινία στα σωθικά της, όλη την αγάπη, την ελπίδα, τη κραυγή και την εξουθένωση του κόσμου. Κυκλοφορεί αμέριμνα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, σχοινοβατεί μεταξύ σήψης και ζωηρότητας. Ταυτόχρονα, τίποτα δεν επιτρέπεται να μένει στατικό, ούτε καν η ίδια μας η αντίληψη, που όχι μόνο δεν παραμετροποιείται, αλλά όσο αναλύεται, τόσες περισσότερες ασάφειες προκύπτουν. Έτσι, η αλήθεια διαχέεται σαν τη λάμψη των φωτοβολίδων στον σκοτεινό ουρανό. Εν τέλει, τι είναι καν η αλήθεια; Στο The Lovers on the Bridge – μέσα από μια ματιά τόσο φιλοσοφημένη όσο και σκωπτική – δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν από το τίποτα μπορούν να γεννηθούν τα πάντα, τότε ο μόνος δρόμος είναι μέσα από το χάος.
Σκοτείνιασε στο τέλος η οθόνη μπροστά μου κι έμεινα σαστισμένη και σχεδόν ζαλισμένη από τη γλυκόπικρη κάθαρση που με πλημμύρισε, σαν τη μυρωδιά του γιασεμιού που ερχόταν απ’ έξω, να κοιτάζω την θλιμμένη μου αντανάκλαση. Όπως τραγούδησε η Lana Del Rey, μαυροκλαίω πάνω από τη κούπα με τον φρέσκο καφέ. Βρίσκω ένα-ένα τα θρύψαλα του εαυτού μου στις ταινίες του Leos Carax, αλλά το φιλμ τελειώνει, η οθόνη σβήνει και μένω ξανά ολομόναχη, κενή, αραχνιασμένη. Άλλωστε, πλέον επιτρέπω στη ψυχή μου να μαλακώσει μόνο μέσα από το σινεμά, ειδικά αυτό του Carax – μια απέλπιδα προσπάθεια να αποτρέψω το ηλεκτρισμένο κενό που πλησιάζει να τη πλακώσει, να τη κάνει κομμάτια. Πηγαινοέρχονται διάφορες ιδέες που έστρωσα προσεκτικά στο μυαλό μου και με βασανίζουν. Τι είναι άραγε ο έρωτας; Για εμένα, είναι ξεκάθαρα το The Lovers on the Bridge.
Έτσι, ενώ εμπιστεύθηκα μόνο την ασφάλεια του κινηματογράφου για να κλέψω μια ματιά της απάντησης, πάλι δεν γλίτωσα το σπαρακτικό στριφογύρισμα στα σωθικά μου… «Αν θέλεις να με καταλάβεις, δες μια ταινία του Leos Carax, οποιαδήποτε, δεν έχει σημασία, απλώς δες μια έστω»… Δεν θα μάθει ποτέ, μα ήθελα να τον πιάσω από τους ώμους και να του φωνάξω ταρακουνώντας τον, όμως έμεινα σιωπηλή για ακόμη μια φορά, αφήνοντας ένα σωρό πράγματα ανείπωτα, λόγια που κάθονται στο λαιμό μου και με πνίγουν, ενώ απεγνωσμένα στραβοκαταπίνω, μήπως και ξεσφίξει λίγο ο κόμπος που μου κόβει την ανάσα. Επομένως, μόνο αν το γράψω ίσως φτύσω τους λυγμούς που χτυπιούνται πίσω από τα χείλη μου. Σιγοβράζουν στο στήθος μου ερωτήσεις, αναφιλητά, σκόρπιες σκέψεις και συνειρμοί, κι όμως, κάθε λέξη που ψελλίζω είναι λάθος. Ας είναι, θα βρω τις σωστές στο κινηματογράφο…
“There’s things I want to say to you, but I’ll just let you live […].” Τελικά, μάλλον έχει δίκιο η Lana και είναι καλύτερο κάποια πράγματα να παραμένουν ανείπωτα…
Τουλάχιστον – και είναι ανακουφιστικό αυτό – η δική τους ιστορία είχε παραδόξως καλό τέλος.
Η δική μου, από την άλλη, όχι…




0 comments