Barbie: Ροζ Κενά, Ροζ Kenough…

 

Είναι μερικές ταινίες που δεν καταλαβαίνεις εξαρχής τι ακριβώς θέλουν να σου πουν. Κι ενώ δεν υπάρχει εν γένει τίποτα κακό στο να σε «δυσκολεύει» μια ταινία, κάποιες φορές, όσο και να σκαλίζεις δεν βρίσκεις την άκρη του νήματος. Όχι γιατί δεν κατάφερες να ψάξεις στα σωστά σημεία, αλλά διότι, εν τέλει, ορισμένες ταινίες δεν έχουν τίποτα αξιόλογο να πούνε. Βροντερό παράδειγμα της εν λόγω κατηγορίας, η πολυδιαφημισμένη και ομολογουμένως πολυσυζητημένη Barbie.

Το πιο δύσκολο όμως με την συγκεκριμένη ταινία, είναι να την αποφύγει κανείς πριν τη δει στο σινεμά – όλο και κάποια ατάκα από το τρέιλερ θα πεταχτεί μπροστά σου. Εν συντομία – για να μην πολυλογώ – όταν η τέλεια ζωή της «στερεοτυπικής» Barbie διαταραχτεί από μια αναπάντεχη υπαρξιακή κρίση, εκείνη θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την ουτοπία της Barbie Land ώστε να επισκεφθεί τον πραγματικό κόσμο. Εκεί, θα της δοθεί η δυνατότητα αφενός να εξερευνήσει τον εαυτό της και να αποκτήσει αυτογνωσία και αφετέρου να ανακαλύψει την ανθρώπινη εμπειρία, με όλη τη χαρά ή τον πόνο που αυτή συνεπάγεται. 

Με μία λέξη, η ταινία είναι εντελώς ανέμπνευστη. Σαν ένα πολύχρωμο μπαλόνι που με μια βαθιά ανάσα – πριν καν ξεκινήσει η ίδια η ταινία – ολοένα και φουσκώνει, ώσπου αντί να σκάσει με ένα δυνατό κρότο, εκείνο ξεφουσκώνει ξεψυχισμένα, ανιαρά. Παρόλα αυτά, σε συνδυασμό με τις επιρροές μιας camp φιλοσοφίας που υιοθετεί η ταινία, τα πράγματα εναρμονίζονται συμπαθητικά μεταξύ τους, τουλάχιστον όσων αφορά το οπτικό μέρος. Θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε πρωταρχικά, τα εντυπωσιακά, βγαλμένα από τις νηπιακές μας επιθυμίες και όνειρα, σκηνικά στη Barbie Land καθώς και τις όμορφες, κουκλίστικες ενδυμασίες. Άλλωστε, για πολλούς από εμάς, η Barbie συνόδεψε και σημάδεψε το παιχνίδι των παιδικών μας χρόνων – κι ας η «Περίεργη Barbie» της Mattel έντρομη «έμενε παγωτό» εάν έβλεπε τι πέρασαν οι δικές μου κούκλες στα χέρια μου. Επομένως, ένα αίσθημα νοσταλγίας βεβαίως υπήρξε, έστω κι αν έσβησε το πολύ μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο. Αξιοσημείωτο στοιχείο της ταινίας αποτελεί επίσης και το casting, το οποίο ήταν προφανώς εύστοχο όχι μόνο για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Barbie και του Ken – τους οποίους υποδύονται άψογα η Margot Robbie και ο Ryan Gosling αντίστοιχα, με τον δεύτερο να κλέβει λίγο παραπάνω τη παράσταση – αλλά και για ορισμένους από τους υπόλοιπους χαρακτήρες.


Εν αντιθέσει με την σχετική στιλπνότητα της αισθητικής της, η Barbie της Mattel ναυάγησε διανοητικά από πολύ νωρίς, χαρίζοντας μια χλιαρή – στη καλύτερη περίπτωση – μέση και ένα κάκιστο τέλος σε μια αρκετά υποσχόμενη αρχή. Με κακο-σκηνοθετημένες σεκάνς κι ένα απίστευτα αδύναμο και αδικαιολόγητα πρόχειρο σενάριο, που οριακά συναγωνίζεται αυτά του nickelodeon το 2014 – ή όπως διαπίστωσαν μερικοί, ταιριάζει απόλυτα στη μεσημεριανή ζώνη του Star – η ταινία δρα περισσότερο ως μέσο εξύμνησης και εξυγίανσης της εταιρείας Mattel. Η περιλουσμένη με παρωχημένο, πλέον, φεμινισμό τρίτου κύματος και στολισμένη με άχαρο μεταμοντέρνο χιούμορ Barbie, προσπαθεί σπασμωδικά να θίξει κοινωνικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός και η πατριαρχία, ο πολιτισμός, η ποπ κουλτούρα, η ηθική, ενώ στρατηγικά και βιαστικά υπεκφεύγει θέματα που απορρέουν από τα προηγούμενα, όπως ο καταναλωτισμός στο σύστημα του καπιταλισμού. Και η θίξη αυτή αποδεικνύεται τελικά επιφανειακή, κενή, επιτήδεια μα συνάμα άτεχνη, ακόμη και υποκριτική, διότι μάλλον συμβαίνει εξαρχής λιγότερο από καρδιάς και περισσότερο επειδή «πουλάει».

Άλλωστε, δεν θα μπορούσε κανείς παρά να υποπτευθεί την κατάσταση αυτή – έστω κι αν έτρεφε ελπίδες να διαψευσθεί. Στο τέλος της ημέρας, η Mattel πάντοτε θα είναι μια εταιρεία, επομένως παίζει με καπιταλιστικούς όρους – και ξέρει το παιχνίδι καλά. Σχεδιάζει, λοιπόν, ακριβώς όπως εκείνη θέλει, ένα καλογυαλισμένο, ελκυστικό προϊόν, ντυμένο σε ροζ απομίμηση ριζοσπαστικότητας και έπειτα το προωθεί, ξανά όπως συμφέρει την ίδια, σε ένα ακόρεστο κοινό. Τι κι αν το προϊόν στερείται ουσίας, τι κι αν καταντά ανόητο, έχει επιτελέσει ήδη τον εμπορικό σκοπό του. Είναι γεγονός πως κανείς δεν είχε προσδοκίες να είναι η Barbie ένα κινηματογραφικό αριστούργημα, αλλά όταν νιώθεις πως το φιλμ σε περιπαίζει κατάμουτρα και αρχίζεις να καταριέσαι που δεν πήγες στη ταινία που έπαιζε λίγο πιο δίπλα, κάτι πάει στραβά. Εν τέλει, η Barbie ούτε καν απλώς διασκεδαστική δεν καταφέρνει να είναι, ακόμη κι όταν δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Με διάρκεια που σχεδόν αγγίζει τις δύο ώρες, δύο-τρείς ευχάριστες σκηνές και άλλες τόσες πετυχημένες ατάκες δεν αρκούν ώστε να της προσδώσουν κάτι αξιομνημόνευτο. Συνολικά, γίνεται – από πλευράς συντελεστών και συνεργείου – μια τίμια μεν, αδέξια δε προσπάθεια να ισορροπηθεί η ανάλαφρη κωμωδία με την εμβρίθεια. Η ισορροπία όμως χάνεται και η προσπάθεια βυθίζεται επιταχύνοντας στο να γίνει μια γλυκανάλατη – αν όχι εντελώς κακόγουστη – φάρσα.

Ωστόσο, το μοναδικό ερώτημα που φαίνεται να συζητιέται με την ίδια θέρμη, ακόμη και τόσες μέρες έπειτα από τη πρεμιέρα της, φαίνεται να είναι το εξής: Είναι τελικά η Barbie μια φεμινιστική ταινία; Όπως και για το παιχνίδι, έτσι και για την ταινία, η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Η κούκλα, από τη μια θεωρείται ότι διαιωνίζει ανέφικτα στερεότυπα, από την άλλη κρίνεται ως μέσο γυναικείας ενδυνάμωσης. Στη ταινία, η Barbie αντιμετωπίζεται και από τις δύο πλευρές της, ενόσω στην αφήγηση εξερευνώνται – έστω και επιπόλαια – κάποια έμφυλα ζητήματα και η τροχοπέδη της πατριαρχίας. Εντούτοις, η Mattel αρνείται πεισματικά να χαρακτηρίσει τη Barbie της ως «φεμινίστρια» κι ας καταδεικνύεται πασιφανώς στη ταινία πόσο επιβλαβής είναι η πατριαρχία, όχι μόνο για τις  Barbie, αλλά και για τους Ken. 

Εδώ κιόλας, υπεισέρχεται άλλο ένα κώλυμα, στο οποίο χάνεται όλο το στοίχημα. Αυτό έγκειται στην σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη διαθεματικότητας και την ανεπάρκεια ορατότητας queer ταυτοτήτων. Συγκεκριμένα, η αφήγηση προσκολλάται στην πλέον απαρχαιωμένη αντίληψη του δυαδικού χαρακτήρα του φύλου. Ταυτόχρονα, όλες οι Barbie παρουσιάζονται πρακτικά ως ίδιες, διαγράφοντας την ποικιλομορφία και ετερογένεια της γυναικείας – κι όχι μόνο – εμπειρίας ως αναπόσπαστου κομματιού κοινωνικοπολιτισμικών ερεθισμάτων και επιρροών. Έτσι, το character development δεύτερων ρόλων – ειδικά για τα queer άτομα – παραμένει μηδενικό. Στο τέλος δε, η μόνη που τελικά απελευθερώνεται εξ ’ολοκλήρου από τα πατριαρχικά δεσμά και τη ψευδαίσθηση της τελειότητας είναι φυσικά η «στερεοτυπική» Barbie. 

Συνεπώς, η ταινία μπορεί μονάχα να λειτουργήσει ως μια απλοϊκή, μονοδιάστατη εισαγωγή στην υπόθεση του Φεμινισμού και όχι ως μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, αντιπροσωπεύοντας μάλιστα, μια ξεπερασμένη, μη-συμπεριληπτική  μορφή του, ακροπατώντας, δυστυχώς, και στα όρια του white-feminism, μιας και που το πρίσμα μέσα από το οποίο ξεπηδάει κάθε ιδέα ή διδαχή αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη «στερεοτυπική» – και πιο προνομιούχα – Barbie. Αν μη τι άλλο, η Barbie εξόργισε ούτως ή άλλως τους σεξιστές και μισογύνηδες – όχι πως περιμέναμε τη Barbie της Mattel για να αντιληφθούμε πόσο γελοία εύθραυστη είναι η τοξική αρρενωπότητα. Μακάρι η ταινία να είχε κάτι ουσιαστικό να πει για τον Φεμινισμό, μακάρι όλα τα άτομα να αναγνώριζαν σε αυτή τον εαυτό τους, μα καταφέρνει να πει ό,τι και μια δίωρη διαφήμιση.

Αν κάτι μπορώ, λοιπόν, να κρατήσω από αυτή την εμπειρία, είναι πως η Barbie κατόρθωσε – πέρα από το να με κάνει, για πρώτη φορά στη ζωή μου, (σχεδόν) να πιστέψω ότι ο Ryan Gosling είναι όντως γοητευτικός – κατόρθωσε, λοιπόν, να γεμίσει κόσμο τα σινεμά. Πράγμα ούτε λίγο, ούτε και πολύ, αλλά η εικόνα ενός ασφυκτικά γεμάτου κινηματογράφου σε μια άδεια πόλη έχει όσο και να ‘ναι μια γλύκα αλλόκοτη…

0 comments