Αν παρατηρήσουμε το πως αποτυπώνεται η μαγειρική όταν χρησιμοποιούμε το ποντίκι ή το τηλεκοντρόλ, μπορούμε να θέσουμε δυο διακριτούς άξονες: έναν καθαρά μαγειρικό και ενημερωτικό, που ξεκινάει από τα νοικοκυριά με εβδομαδιαία dvd του Jamie Oliver μέχρι την προετοιμασία εύκολων (;) συνταγών του Άκη, και έναν επί το πλείστον ψυχαγωγικό, ο οποίος στηρίζεται σε τσιτάτα και ατάκες από μαγειρικά ριάλιτι ή σε ανούσιες εκρήξεις από σεφ που βασίζονται περισσότερο στην περσόνα που υιοθετείται στο γυαλί. Με την ευμετάβλητη φύση της γαστρονομίας και του comfort food, όλο και περισσότερος κόσμος ασχολείται έστω και εφήμερα με την παραγωγή και τη διανομή φαγητού. Ίσως σε αυτό το πλαίσιο είναι η καλύτερη περίοδος να ασχοληθούμε με το «The Bear», μια σειρά η οποία έχει ως εκκίνηση τη μαγειρική, για να εισβάλλουν από τη κερκόπορτα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπινου είδους.
Στη πρώτη σεζόν, εισχωρούμε στον κόσμο του ιταλικού σαντουιτσάδικου «The Beef». Εκεί βρίσκουμε τον Carmen «Carmy» Berzatto (Jeremy Allen White),ο οποίος από σεφ στα καλύτερα εστιατόρια παγκοσμίως καταλήγει να αναλαμβάνει το σαντουιτσάδικο του αποθανόντα αδερφού του. Συνηθισμένος στην αυστηρή και ασφυκτική τελετουργία του fine dining, προσπαθεί να μεταφέρει αυτές τις αρχές στα βρόμικα τετραγωνικά της οικογενειακής επιχείρησης. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε τις σχέσεις του με τους ανθρώπους εντός και εκτός κουζίνας: τον κολλητό του αδερφού του και συνέταιρο του «The Beef» Richie (Ebon Moss-Bachrach), την φέρελπι σεφ Sydney (Ayo Edebiri), της αδερφής του Sugar (Abby Elliott) και του υπόλοιπου πολυδιάστατου προσωπικού. Στις γωνίες και στις εστίες της κουζίνας, οι φιλοδοξίες και οι προσωπικότητες των ατόμων οδηγούν σε ένα εκρηκτικό μείγμα.
Στη δεύτερη σεζόν, ενώ θα μπορούσε να «κόψει» η επιτυχημένη συνταγή, το «The Bear» γίνεται όλο και πιο απολαυστικό. Ο Carmy με την Sydney αποφασίζουν να μετατρέψουν το σαντουιτσάδικο σε εκλεπτυσμένο εστιατόριο και η σειρά αλλάζει σημαντικά την κατεύθυνση του άγχους της. Από τα άγχη του meal prepping και της εξυπηρέτησης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα εστιατόριο από την αρχή, λύνοντας τα υγειονομικά και επικοινωνιακά εμπόδια. Ταυτόχρονα, μέσα στο άγχος των συνθηκών, παρουσιάζονται τα πιο ανθρώπινα επεισόδια, δίνοντας βαρύτητα σε δευτερεύοντες χαρακτήρες της σειράς. Στα πιο σημαντικά επεισόδια της σεζόν πετυχαίνουμε και μια πληθώρα από guests, που περνάνε ατάκτως από την οθόνη μας. Το σημαντικότερο όμως είναι η ανθρωπιά και η κατανόηση της σειράς στις συνθήκες και τις ψυχοσυνθέσεις των ηρώων της: βουτώντας ή απλώς κοιτώντας επιδερμικά τις ζωές τους, δεν έχουμε χαρακτήρες ως καρικατούρες στα στενά όρια της κουζίνας. Έχουμε ανθρώπους με φιλοδοξίες, άγχη και ζωή που επεκτείνονται και εκτός της μαγειρικής.
Όπως αναφέραμε και στην αρχή, στο «The Bear» η μαγειρική είναι απλώς η επιφάνεια των πραγμάτων. Κάτω από την επικάλυψη, βρίσκονται προβληματισμοί συνυφασμένοι με την γρήγορη ζωή και το άγχος. Η συνεχής επιβεβαίωση της πρόσκαιρης αξίας σε έναν απάνθρωπο κόσμο, η ουσία του διαγενεακού τραύματος στον ανθρώπινο ψυχισμό, καθώς και η ανταγωνιστικότητα σε ανθυγιεινά περιβάλλοντα αποτελούν θεματικές που βρίσκονται στον πυρήνα της σειράς. Θεματικές, οι οποίες έχουν τον χρόνο τους να αναλυθούν και να παρουσιαστούν σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, γαρνιρισμένο από το στιβαρό σενάριο. Ένα σενάριο που χρησιμοποιεί ως όχημά του την ένταση, σε σημείο υπερφόρτωσης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Και το σημαντικότερο είναι η ειλικρίνεια που αντιμετωπίζεται το να κυνηγάς το πάθος σου, σε ένα σύστημα αποκαρδιωτικό και έντονο. Μόνιμο δίλημμα των ηρώων μας αποτελεί η συνέχιση των πολυπόθητων στόχων τους ή η αποχώρηση από τον κόσμο της κουζίνας, που απλά θα δοκιμάσει τα όριά τους μέχρι τέλους.
Βέβαια, δεν μπορούμε να παραλείψουμε την ίδια τη μαγειρική στη σειρά. Η παρέμβαση των executive producers και σεφ Courtney Storer και Mathy Matheson είναι καίρια για το πόσο απολαυστική δείχνει η σειρά. Όλοι οι χώροι και οι προετοιμασίες φαγητών είναι επιμελέστατα φροντισμένοι, γεγονός που γράφει στη κάμερα είτε ετοιμάζεται μια ομελέτα με αγάπη είτε μια κρέμα anglaise πρέπει να τοποθετηθεί σχολαστικά και με ακρίβεια πάνω στον καμβά του μάγειρα. Τα γρήγορα και απολαυστικά μοντάζ απλά βασανίζουν παραπάνω τους σιελογόνους αδένες.
Το «The Bear» είναι σαν το κέικ σοκολάτας στη Ματίλντα: αποκρουστικό στην αίσθηση και στην επίγευσή του, ταυτόχρονα τόσο εθιστικό που δεν γίνεται να σταματήσεις να το βλέπεις. Οπότε αρπάξτε κάτι να έχετε μαζί σας να τσιμπάτε, θα χρειαστεί….





0 comments