I, Daniel Blake: Το έπος της απόρριψης

 

«Δεν ένας Αριθμός Κοινωνικής Ασφάλισης, ούτε ένα στίγμα στην οθόνη του υπολογιστή, είμαι άνθρωπος, όχι σκύλος», έγραψε στην απελπισία του ο Ντάνιελ Μπλέικ, εκφράζοντας μέσα από αυτό δισεκατομμύρια ανθρώπους.

«Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε. Η απώλεια θα μπορούσε να΄ ναι κούνια μας». Αυτόν τον στίχο που άκουσα πρώτη φορά στα δώδεκα χρόνια μου, τον νιώθω όλο και περισσότερο μέρος μου χρόνο με το χρόνο, με τις μικρές ήττες να αποτυπώνονται στο δέρμα μου σαν σημάδια, άλλοτε αόρατα και άλλοτε πολύ ορατά. Το ερώτημα, όμως, που κανείς ενήλικας δεν μου είχε απαντήσει τότε – και ούτε ως ενήλικας μπορώ εγώ να απαντήσω σε εκείνο το παιδί που ανυπομονούσε να παριστάνει τον ενήλικα- είναι αν μέσα σε αυτές τις ήττες έρχεται και καμία νίκη πότε πότε. Ζούμε για να χάνουμε ή χάνουμε μέχρι κάτι, κάποτε, να γίνει κτήμα μας;

Μπορώ να πω πως όσα χαστούκια δεν έχω προλάβω να φάω η ίδια από τη ζωή μου, μου τα έχει χαρίσει σίγουρα ο Ken Loach με τις ταινίες του, κάθε φορά με ένα κοινωνικό μήνυμα που ακούγεται σε κάθε χώρα το ίδιο δυνατά, όσο μακριά κι αν είναι.

Η ιστορία του Ντάνιελ Μπλέικ, που είναι μια από τις σημαντικότερες ταινίες του  Loach, δεν έχει κάτι το ξεχωριστό. Είναι ένας Βρετανός που διανύει το 59ο έτος της ηλικίας του, ζει σε μια σχετικά μικρή πόλη, σε ένα συνηθισμένο μικρό διαμέρισμα για ανθρώπους με μέτριο ως χαμηλό εισόδημα και έχει εδώ και κάποιο διάστημα χάσει τη γυναίκα του. 

Όπως συνήθως, όμως, τα προβλήματα χτυπάνε περισσότερο αν είσαι ένας άνθρωπος «συνηθισμένος». Έτσι, ο Ντάνιελ παθαίνει ένα σοβαρό έμφραγμα, ο γιατρός τού απαγορεύει να εργαστεί και αναγκάζεται να κάνει αίτηση για το επίδομα αναπηρίας. Παρά το ότι είναι προφανώς ακατάλληλος για εργασία, η «Αξιολόγηση Εργασιακής Ικανότητας» έκρινε πως δεν δικαιούται το επίδομα. Ο Ντάνιελ Μπλέικ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δυσλειτουργικό σύστημα, γεμάτο γραφειοκρατία, απορρίψεις σε αιτήσεις για επιδόματα, δημόσιους υπάλληλους που αρνούνται ή δεν μπορούν να βοηθήσουν και μια αναγκαστική αναζήτηση για δουλειά για να μπορέσει να πάρει το επίδομα εύρεσης εργασίας. (Στην Ελλάδα ζούμε, ξέρουμε από αυτά.)

Στο δρόμο του βρίσκεται μια ανύπαντρη μητέρα δύο παιδιών, η Κέιτι Μόργκαν (που της αρνούνται την είσοδο στην υπηρεσία πρόνοιας επειδή έφτασε αργά στο ραντεβού της). Έχοντας περάσει μια πολυτάραχη ζωή, η  Κέιτι και τα παιδιά της μετακόμισαν στο Νιούκαστλ από ένα καταφύγιο αστέγων στο Λονδίνο, που αν και η πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρετανίας, τα νοίκια είναι 10 φορές χειρότερα από εδώ, δεν υπάρχει θέση για «παρίες». Οι δυο τους αναπτύσσουν μια φιλία με γνώμονα την αλληλεγγύη και ο Ντένιελ βοηθά την οικογένεια όπως μπορεί, επισκευάζοντας αντικείμενα, διδάσκοντάς τους πώς να ζεσταίνουν δωμάτια χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, φτιάχνοντας φτωχά παιχνίδια για τα παιδιά, καλύπτοντας τη μιζέρια. 

Η Κέιτι, όμως, δεν αντέχει άλλο την πείνα, την εξαθλίωση, το να κοροϊδεύουν τα παιδιά της στο σχολείο και αφού έχει χρειαστεί να ξεσπάσει ψυχολογικά σε μια τράπεζα τροφίμων και να κλέψει από ένα σουπερμάρκετ, πιάνει δουλειά ως σεξεργάτρια. Έπειτα ο Ντάνιελ, που είναι αντίθετος στην απόφασή της, έχοντας πουλήσει τα υπάρχοντά του και  απελπιστεί από τις ήττες που του «κερνάει» το σύστημα, κινείται νομικά, προσφεύγοντας σε μια επιτροπή ενάντια στην απόφαση να απορρίψουν την αίτησή του για επίδομα αναπηρίας. 

Αλλά δεν θα σας πω πώς τελειώνει η ιστορία του Ντάνιελ Μπλέικ. Θα σας πω μόνο πω μόνο πως αυτή την ιστορία την ένιωσα πολύ βαθιά μέσα μου, γιατί κρύβει πολλές ιστορίες μέσα της, πολλών διαφορετικών ανθρώπων που απορρίφθηκαν από το κράτος τους, επειδή δεν μπορούσαν πια να αποτελούν χρήσιμα γρανάζια στη μηχανή παραγωγής. Προτού δω την ταινία, διάβασα ορισμένες κριτικές που εξαιρούνταν από την πλειονότητα των διθυράμβων για το σύνολό της, που την οδήγησαν μάλιστα και σε Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Κάποιοι είπαν πως ο Loach μεταφέρει ένα σημαντικό μήνυμα, αλλά όχι πρωτάκουστο. Τα έχει, λένε, ξαναπεί αυτά. Βλέποντας την ταινία, όμως, χάρηκα που δεν  άκουσα αυτούς τους κριτικούς, γιατί αυτό το χιλιοειπωμένο μήνυμα  είναι ζωντανό και κάθε άλλο παρά αφομοιωμένο. Η σκηνοθεσία του Loach είναι πλάνα από την πραγματικότητα, πλάνα βγαλμένα από τη ζωή, ίσως με μερικές δόσεις ηρωισμού για να σπάσει η απαισιοδοξία.

 Το μεγάλο σοκ που προκαλεί αυτό το «χιλιοειπωμένο» μήνυμα σε εμένα είναι πως αφορά ένα κράτος, τη Βρετανία,  που θεωρείται παράδειγμα οργάνωσης και ποιότητας ζωής που προσφέρει στους πολίτες της, και στην οποία ο Μαρξ είχε δει την ιδεώδη χώρα για την εκκίνηση μιας επανάστασης που θα οδηγούσε στην οικοδόμηση της ιδεατής κοινωνίας του. Αλλά υποθέτω ότι η Μεγάλη Βρετανία είναι μεγάλη τελικά μόνο για τους πλούσιους. Αφήστε τους φτωχούς να κλαίνε για μια κονσέρβα…

Σε αυτή την οικεία για πολλούς ιστορία η μεγάλη επιτυχία του Loach κρύβεται στους ηθοποιούς. Τόσο ο Ντέιβ Τζονς όσο και η Χέιλι Σκουάιρς (Ντάνιελ και Κέιτι, αντίστοιχα) θυμίζουν ανθρώπους της διπλανής πόρτας, πραγματικούς ανθρώπους που σίγουρα έχουμε πετύχει στον ΟΑΕΔ να ταλαιπωρούνται με το σύστημα, ίσως να κλαίνε με απελπισία στην ουρά, αφού απορρίφθηκε η αίτησή τους. Άνθρωποι σαν κι εμάς, χαρακτήρες με ελαττώματα και αδυναμίες, που δεν άξιζαν τέτοια τύχη ούτε όμως η ζωή είχε καλύτερα σχέδια ποτέ για αυτούς. Αλλά τα παιδάκια, Μπριάνα Σαν και Ντύλαν Μακκίρναν, μου ράγισαν την καρδιά με τις «αφιλτράριστες», αθώες ερμηνείες τους, ίσως το πιο σπαραξικάρδιο για έναν γονιό που βλέπει την ταινία.


«Δεν ένας Αριθμός Κοινωνικής Ασφάλισης, ούτε ένα στίγμα στην οθόνη του υπολογιστή, είμαι άνθρωπος, όχι σκύλος», έγραψε στην απελπισία του ο Ντάνιελ Μπλέικ, εκφράζοντας μέσα από αυτό δισεκατομμύρια ανθρώπους που ζουν πια σε έναν κόσμο που τους πετάει έξω με την παραμικρή αδυναμία. 

Δεν είναι εύκολη η ζωή ούτε ευχάριστη, αυτό το μάθαμε όλοι μας «με το άγριο». Ούτε δίκαιη είναι. Απλά βλέποντας τον Ντάνιελ Μπλέικ και την ιστορία του αισθανόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι. Έστω και μέσα από την οθόνη έχουμε έναν πρωταγωνιστή που βιώνει την ίδια καθημερινότητα, βλέπουμε την απόρριψή μας να γίνεται σινεμά. Και σε έναν κόσμο που συνεχώς γίνεται πιο σκοτεινός, τέτοιους πρωταγωνιστές χρειαζόμαστε.

0 comments