Ο Δράκος – Το queer cinema και η μετεμφυλιακή Ελλάδα

 

“Εκείνη την ώρα και να με σκότωναν, θα έλεγα, ευχαριστώ”

Ο θερινός κινηματογράφος “Ριβιέρα” και οι επανεκδόσεις με ψηφιακές επεξεργασμένες κόπιες, επανέφεραν στο πανί την θρυλική ταινία “Ο Δράκος” του Νίκου Κούνδουρου, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Η συνεργασία του Κούνδουρου και του Καμπανέλλη, είχε ως αποτέλεσμα μία ταινία, που ξεπερνάει τα όρια της μυθοπλασίας, παρουσιάζοντας εύστοχα την κατάσταση που επικρατούσε στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, ενώ παράλληλα αποτελεί μία από τις πλέον queer ταινίες του ελληνικού σινεμά, θέτοντας το ζήτημα του “Άλλου”.

Σε μια συνοικία του Πειραιά, η ήσυχη και μοναχική ζωή ενός υπαλλήλου τραπέζης, του Θωμά (Ντίνος Ηλιόπουλος), ταράζεται από την εμφάνιση του σκιώδους του εαυτού, του σωσία του, ενός εγκληματία με το ψευδώνυμο “Δράκος”. Ενώ στην αρχή, η ομοιότητα τους, προβληματίζει και φοβίζει τον ίδιο και τους γύρω του, η φήμη του σωσία του και ο τρόμος, που προκύπτει με το άκουσμα του ονόματός του, αλλάζει για λίγο τη ρότα του Θωμά. Γνωρίζει μία οπτική της ζωής και μία πλευρά του εαυτού του, που δεν θέλει να αποχωριστεί. Σε κάθε ευκαιρία, σε κάθε μάχη μέσα του, οι επιλογές τον φέρνουν όλο και πιο κοντά στον άλλον του εαυτό. Στο new queer cinema, εξετάζεται ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού, η αναγνώριση του εαυτού και των πολλαπλών ταυτοτήτων του, καθώς και η ρευστότητα του ατόμου. Οι ταινίες, που μπορούν να χαρακτηριστούν ως queer, εστιάζουν στην επιθυμία και τη φαντασία, την ταυτότητα και την αναπαράσταση του εαυτού και την επιτέλεσή του και τον ερωτισμό και ξεφεύγουν από τα όρια της σεξουαλικότητας και του φύλου.

Ο “Δράκος” κυκλοφόρησε το 1956, σε μια Ελλάδα μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, που μόλις πριν 4 χρόνια είχε ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και που την ίδια χρονιά με την κυκλοφορία της, είχε εκλεγεί ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, του οποίου ήταν γνώστες οι προθέσεις για περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια βαθύτατα πολιτική ταινία, η οποία ασκεί σκληρή κριτική  τόσο στην κρατική καταστολή, που επικρατούσε, όσο και στην ανέχεια της κοινωνίας και στο φαινόμενο της απολιτικοποίησής της. Η πολιτική κατάσταση της χώρας, με τις συνεχείς εναλλαγές αυταρχικών κυβερνήσεων, με το πάτημα και την επιρροή των Αμερικανών και το Παλάτι, παρουσιάζεται χωρίς κανένα φίλτρο. Η ταινία όχι μόνο δεν προσπαθεί να κρύψει τη φτώχεια, την ηθική αλλοτρίωση και την πολιτική διαφθορά της εποχής, αλλά ακριβώς αυτά επιχειρεί να γνωστοποιήσει. Όπως είναι λογικό, η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική αποτυχία, γι΄ αυτό και έγιναν ελάχιστες προβολές, καθώς κατέβηκε σχεδόν αμέσως, ενώ δέχτηκε την κατακραυγή του Τύπου.

Λίγα ακόμα πράγματα για την ταινία:

• Γίνεται αναφορά με την σκηνή με την μπάλα και την σκιά του “δράκου” στην ταινία “Ο Δράκος του Ντίσελντορφ”  του Φριτς Λανγκ, με μία παρόμοια σκηνή με διαφορετική εξέλιξη.

• Χαρακτηριστική η σκηνή, που ο Ντίνος Ηλιόπουλος προσπαθεί να χορέψει ζεϊμπέκικο αβέβαια και άγαρμπα μιμούμενος τους υπολοίπους, ενώ στην πραγματικότητα χόρευε εξαιρετικά.

• Ο Νίκος Κούνδουρος ανατρέπει το κλασικό φιλμ νουάρ, με την αντικατάσταση του κεντρικού δυναμικού ήρωα, με ένα ήσυχο και αδύναμο “ανθρωπάκι” και τον κλασικό ρόλο της femme fatale, με μία έφηβη, που αναζητά να χαζέψει κούκλες σε βιτρίνες.

0 comments