Νύχτες Πρεμιέρας 2023: Η γλώσσα του σινεμά ήταν, είναι και θα είναι παγκόσμια

 

Είμαστε για τα καλά στην καρδιά των 29ων Νυχτών Πρεμιέρας, το αγαπημένο Φεστιβάλ της πρωτεύουσας που και φέτος καθορίζει τον παλμό των κινηματογραφόφιλων Αθηναίων και όχι μόνο. Μετά τον καθιερωμένο (πλέον) οδηγό επιβίωσης, μέσω του οποίου επιχειρήσαμε να σας διαλευκάνουμε κάπως την εικόνα για τις πιθανές επιλογές σας, έφτασε η ώρα για την πρώτη φετινή μας ανταπόκριση. Έχοντας δει παραπάνω από τις μισές ταινίες που έχουμε προγραμματίσει για φέτος, τα συναισθήματα είναι θετικά και το Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικό, ενώ παράλληλα δεν λείπουν και οι εκπλήξεις από τα υπόλοιπα τμήματα του Φεστιβάλ!

Πριν περάσουμε στο κυρίως πιάτο, να θυμίσουμε πως η μεγάλη κινηματογραφική γιορτή της πόλης ξεκίνησε την προηγούμενη Τετάρτη με την Τελετή Έναρξης και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 9 του Οκτώβρη. Το πλουσιοπάροχο και πολυποίκιλο πρόγραμμα περιλαμβάνει τρία Διαγωνιστικά τμήματα, δουλειές νέων δημιουργών, αληθινές ιστορίες, ελληνικές μικρού μήκους, αλλά και πολυαναμενόμενες πρεμιέρες. Οι χώροι του φεστιβάλ φέτος είναι οι: ΔΑΝΑΟΣ Ι & ΙΙ, ΙΝΤΕΑΛ, ΑΣΤΟΡ, ΑΣΤΥ, ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, ΠΑΛΛΑΣ και ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ.

Η αρχή έγινε με το "Carefree Days" από την Κίνα όπου παρακολουθούμε τη ζωή της 25χρονης Ζου να ανατρέπεται ξαφνικά, όταν μια μέρα ανακαλύπτει ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια. Ο άσωτος πατέρας της επιστρέφει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αντικαταστήσει τη μητρική φροντίδα, και μαζί με την κολλητή της και έναν παλιό συμμαθητή γίνονται η ασπίδα προστασίας της και μαζί ξεκινούν ένα πανέμορφο ταξίδι. 

Το φιλμ του βραβευμένου στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2020 Λιανγκ Μινγκ, μοιάζει εξαρχής αρκετά μπερδεμένο και αποπροσανατολισμένο. Κάπου μετά την πρώτη μισή ώρα και αφού έχουν συμβεί πάρα πολλά σημαντικά γεγονότα, φαίνεται να βρίσκει τον ρυθμό του, έχοντας τις στιγμές του και αξιοποιώντας κατάλληλα το μαύρο χιούμορ υπέρ του στα πλαίσια της ιστορίας. Παρόλα αυτά, στα μάτια μας το βασικό πρόβλημα της ταινίας φαίνεται να είναι υπέρ - φιλόδοξες ιδέες του δημιουργού της και η αδυναμία του ίδιου να τις κατευνάσει, δημιουργώντας εν τέλει ένα φιλμ που συγκινεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά και προβληματίζει για το αν θα μπορούσε να κάνει περισσότερα με τα υλικά που διαθέτει.

Αν μη τι άλλο το "Carefrre Days" είναι μια ταινία που επικεντρώνεται σε δύο πράγματα: Στις ειλικρινείς προσπάθειες του ατελή ανθρώπου να κάνει καλό και στη μοναξιά. Εξάλλου όπως αναρωτήθηκε φωναχτά και ο συμπαθέστατος πρωταγωνιστής της ταινία στο QnA που ακολούθησε απευθύνοντάς μας τον λόγο "Όλοι μόνοι μας δεν είμαστε σε τούτο τον κόσμο;".

Στη συνέχεια ήταν η ώρα για το πρώτο μας ντοκιμαντέρ με τίτλο "Queendom" στο κατάμεστο Άστορ, όπου λίγο πριν την προβολή η ενθουσιασμένη Άνια Γκαλντάνοβα μας ευχαρίστησε που ήρθαμε να δούμε την ταινία της. Ένα κινηματογραφικό ταξίδι στα βάθη της Ρωσίας, στο τελευταίο μέρος στη Γη όπου θα περίμενε κανείς να συναντήσει ένα radical drag performer. H Τζένα είναι ένα εξωγήινο ον που ισορροπεί σε πανύψηλα τακούνια βυθισμένα στο χιόνι, φορώντας χειροποίητες εμφανίσεις εμπνευσμένες από το έξω διάστημα. Αν κάτι την προσγειώνει, είναι η ζωή με τους παππούδες της που τη μεγαλώνουν με γκρίνια αλλά και αστείρευτη αγάπη σε ένα απομονωμένο ψαροχώρι. Όταν η σχολή της στη Μόσχα την αποβάλλει, έπειτα από τη συμμετοχή της σε διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο στην Ουκρανία, η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο. Η Τζένα επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο χωριό, για να εξηγήσει (ξανά) στους δικούς της γιατί δεν πρόκειται να πάει φαντάρος, τι είναι το Instagram και γιατί η drag performance είναι μια από τις πιο σημαντικές πολιτικές πράξεις των καιρών μας. Επόμενη στάση, ο κόσμος.

Πρόκειται για μια από τις πιο πολυδιαφημισμένες φετινές εναλλακτικές προβολές και όχι άδικα, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε μ' ένα άκρως επίκαιρο ντοκιμαντέρ που λειτουργεί ως πολλαπλή καταγγελία. Όμορφες εικόνες και ακόμα πιο όμορφα μηνύματα κατακλύζουν την οθόνη απέναντι στο μίσος και τον οπισθοδρομισμό της Ρωσικής κοινωνίας που τροφοδοτείται με τη σειρά της από το ολιγαρχικό και υπέρ - συντηρητικό καθεστώς του Πούτιν. Παράλληλα εκτός από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της Τζένα η οποία δίχως ίσως να το αντιλαμβάνεται στον μέγιστο βαθμό επιδεικνύει δείγματα ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου τέχνης, το ντοκιμαντέρ μας δίνει μια εικόνα από το εσωτερικό της χώρας και τις αντιδράσεις των πολιτών που είναι κατά της εισβολής στην Ουκρανία. Άκρως ενδιαφέρον και σημαντικό ντοκιμαντέρ που θα έπρεπε να δει περισσότερος κόσμος, αλλά υπάρχει μια ένσταση και μάλιστα αξιοσημείωτη! Γιατί τόσο "πολιτικοποιημένο" απολιτίκ και σε τι αποσκοπεί αυτό;

Οι πιο ιδιαίτερες προβολές για φέτος (μακάρι να με διαψεύσουν αυτές που ακολουθούν) αφορούσαν δύο παλαιότερες ταινίες. Ο λόγος αρχικά για τους "Αισθηματίες" ,το κύκνειο άσμα του στον χώρο της μυθοπλασίας, του Νίκου Τριανταφυλλίδη που ο γράφων αγαπά πάρα πολύ και τη θεωρεί μια από τις πιο ολοκληρωμένες ελληνικές κινηματογραφικές εμπειρίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Το παρών στην προβολή του Άστορ έδωσαν 10 συντελεστές του φιλμ, σε μια πλήρως συναισθηματικά φορτισμένη βραδιά για τους ίδιους, αλλά και για εμάς από την πλευρά του κοινού, με την επόμενη μιάμιση ώρα και κάτι να κυλά σαν φρέσκο νερό. Τόσο που δεν μας πείραξε ούτε λίγο που δεν προλάβαμε την επόμενη μας προβολή λόγω του περιορισμένου χρόνου. 

Οι "Αισθηματίες" εξάλλου είναι ένα αντισυμβατικό και βαθύτατα ρομαντικό φιλμ αφιερωμένο σε «πλάσματα του προηγούμενου αιώνα, τα οποία προσπαθούν μάταια να επιβιώσουν στον σύγχρονο καιρό μας». Έχοντας αυτό στο μυαλό μας, περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία από τώρα την επετειακή προβολή για τα 20 χρόνια!

Το βράδυ του Σαββάτου μας υποδέχτηκαν αυτή τη φορά στο Ιντεάλ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Λουκάς Κατσίκας και ο ιδρυτής του Midnight Express Άκης Καπράνος που επιχείρησαν να μας βάλουν στο κλίμα για αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει, αφού η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού (μαζί και εμείς) θα έβλεπε το μοναδικό "Out of the Blue" για πρώτη φορά! 

Με τον πατέρα στη φυλακή και τη μάνα χαμένη στα δικά της ναρκωτικά ταξίδια, ένα 15χρονο αγοροκόριτσο που λατρεύει τον Έλβις και τον Σιντ Βίσιους ζει τη δική του σκληρή ενηλικίωση σε μια αδιέξοδη επαρχιακή Αμερική. Ένας κινηματογραφικός δυναμίτης μηδενισμού, με ωμή ενέργεια που σοκάρει μέχρι σήμερα, γνήσια πανκ φιλοσοφία και μια συγκλονιστική ερμηνεία από τη Λίντα Μανζ, το καταραμένο φιλμ του Ντένις Χόπερ αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες ταινίες της δεκαετίας του '80: ένα ρέκβιεμ των χαμένων ψυχών. 

Δεν θα πρόσθετα κάτι παραπάνω στην επίσημη σύνοψη του καταλόγου της διοργάνωσης για την ταινία, εκτός από το ότι ακόμα και τώρα, αρκετά 24ωρα μετά την προβολή δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τις μελωδίες του Νιλ Γιανγκ σε συνδυασμό με τα σπαρακτικά πλάνα του Ντένις Χόπερ. Α, και φυσικά το λυτρωτικό και συνάμα ισοπεδωτικό φινάλε...

Ακριβώς πριν το σκληρό φιλμ του Ντένις Χόπερ, βιώσαμε το πρώτο "γουόρμ χαγκ" μας. Βραβευμένο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και όντας η υποβολή του Μεξικού για το φετινό Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας, το "Tótem" αποτελεί μια από τις πιο γλυκιές κινηματογραφικές δημιουργίες για την παιδική ηλικία. Ένα επτάχρονο κορίτσι ετοιμάζεται, μαζί με την οικογένειά της, να γιορτάσουν τα γενέθλια του πατέρα της. Καθώς οι πυρετώδεις προετοιμασίες δίνουν θέση στο πάρτι που ακολουθεί, το κοριτσάκι συνειδητοποιεί ότι η γιορτή αποτελεί ταυτόχρονα έναν μελαγχολικό αποχαιρετισμό και πως η αληθινή αγάπη απομένει μοναδικό καταφύγιο κόντρα στις μεγάλες θλίψεις αυτού του κόσμου.

Με σφιχτοδεμένο σενάριο και θεατρική σκηνοθεσία, γινόμαστε μάρτυρες μιας αστείας και συνάμα γλυκόπικρης ιστορίας στην οποία παρατηρούμε από την αρχή ως το τέλος - με μικρά διαλείμματα ενδιάμεσα - τη Σολ (ήλιος στα ισπανικά) και τη δική της προσωπική οπτική για την ομολογουμένως δύσκολή κατάσταση που βιώνει, αλλά και για τον κόσμο γενικότερα. Μέσα στο χάος και τη σύγχυση της ξεπεσμένης κοινωνικά και οικονομικά οικογένειας της, το μόνο που την απασχολεί είναι το πότε θα δει τον μπαμπά της για να τον αγκαλιάσει και να του πει πως τον αγαπά. Το πρώτο αστείο και στα όρια του τραγελαφικού μέρος, δίνει τη σκυτάλη στο συγκροτημένο δεύτερο μέχρι την ουμανιστική και πέρα για πέρα ειλικρινή σκηνή της ένωσης της Σολ και με τους δύο γονείς της ταυτόχρονα. Και εκεί ακριβώς η ταινία μας ανταμείβει με την καρδιά της. 

*Άξια αναφοράς η πολύ ουσιαστική ερμηνεία της σπουδαίας Τερέζα Σάντσεζ, την οποία την είχαμε δει και τις δύο προηγούμενες χρονιές στις Νύχτες Πρεμιέρας. Εδώ παίζοντας στα χαρτιά έναν β' ρόλο, αποτελεί τη φωνή της λογικής, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ισορροπία της εξέλιξης της ιστορίας.

Για το τέλος τούτης της πρώτης ανταπόκρισης έχουμε το "Riceboy Sleeps" το οποίο περιμέναμε να δούμε πως και πως. Μας δικαίωσε; Και ναι και όχι... Τη δεκαετία του '90, μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα μεταναστεύει με τον μικρό της γιο από την Κορέα στον Καναδά, σε μια προσπάθεια να του χαρίσει μια καλύτερη ζωή. Καθώς πασχίζουν να προσαρμοστούν στα ειδυλλιακά «λευκά» προάστια, θα έρθουν αντιμέτωποι με το ρατσισμό σε κάθε τους βήμα.

Πολυβραβευμένη και πολυταξιδεμένη ταινία που λογικά θα τη δείτε να φιγουράρει σε λίστες με ταινίες που "μοιάζουν" με το "Past Lives" στην πραγματικότητα μοιράζεται αρκετά κοινά στοιχεία με το οσκαρικό "Minari" του 2020, όντας όμως λιγότερο στρογγυλεμένη και ίσως πιο αυθεντική. Ο Άντονι Σιμ βασίζεται στα δικά του προσωπικά βιώματα και φτιάχνει μια ιστορία ενηλικίωσης με έντονο λυρισμό και υψηλού επιπέδου αισθητική, κάνοντας παράλληλα ένα διακριτικό κοινωνικό σχόλιο στον εμφανή ρατσισμό που βίωνε ένας μετανάστης από την Ασία στη "μοντέρνα" Δύση μόλις πριν από 3 δεκαετίες. 

Παρόλα τα ενδιαφέροντα μέτωπα και το μεθοδικό χτίσιμο των χαρακτήρων μητέρας και γιου, ο δημιουργός αποφασίζει στην τρίτη πράξη αιφνιδιαστικά να κλείσει το μάτι στο σινεμά του Γουόνγκ Καρ Γουάι και μας μεταφέρει ξαφνικά από τον Καναδά στην Κορέα, σε μια προσπάθεια αναζήτησης του παρελθόντος και των ριζών του γιου Dong-hyun, όσο και της πολυπόθητης κάθαρσης της μητέρας So-young. Το δακρύβρεχτο τέλος μοιάζει τελικά κάπως ανέμπνευστο και παρωχημένο, χωρίς αυτό όμως να υποβαθμίζει από μόνο του τη γενικότερη αξία της ταινίας...


Για την ώρα αυτά από εμάς, καλές προβολές και τα λέμε στις αίθουσες!

0 comments