Ο Θερμαϊκός ξέβρασε τα γυαλιά στο Πολύδροσο

 «Πήρα κόκκινα γυαλιά κι όλα γύρω σινεμά τα βλέπω…» γράφει ο Κραουνάκης, και συνέβη ακριβώς αυτό ήδη από την πρώτη ταινία του αγαπημένου μου The Boy (aka Αλέξανδρου Βούλγαρη). Μόνο που τα γυαλιά ήταν πρώτα κίτρινα, ροζ, γκρίζα, μετά κόκκινα, μπλε της θάλασσας, μαύρα και τώρα βαφτήκαν πράσινα. Πόσο θα ήθελα να φορέσω αυτά τα γυαλιά και να δω μέσα από τα μάτια του μικρού ροζ  Βασίλη, από τα νερά που ξέβρασαν μια άλλη Winona, από τα κόκκινα γράμματα στο μαύρο φόντο ενός γυμναστηρίου, από το πορφυρό της Νίκης και τώρα από τα θλιμμένα, γυαλιστερά κουμπιά μιας αντιλόπης – από τους καθρέφτες της Σοφίας. Της Σοφίας κόρης, μα κυρίως της Σοφίας μαμάς, που ανέκαθεν προσπαθούσα να πλησιάσω και έπεφτα πάνω σε τοίχο. 

«Κι ούτε ξέρω πως να ζω, ούτε και πως ν’ αγαπώ, τη ζωή μου επιβλέπω!», τραγουδάει ο Μακεδόνας, και μπαίνει η μελωδία στη ζωή μου, και οι στίχοι σε τάξη, γιατί η ζωή η ίδια για να οργανωθεί, πρέπει να παραλύσει το χάος και η αταξία της. Πως θέλουμε ή πως μπορούμε να ζήσουμε; Μπορούμε να ζούμε; Όταν μπαίνει το «μπορώ», μήπως σημαίνει επιβίωση; Πως θέλουμε; Έχουμε ακόμα δικαίωμα να επιλέξουμε τι και πως το θέλουμε; Ή σβήνει το δικαίωμα σιγά-σιγά, καθώς παλεύουμε να επιβιώσουμε στο χάος και στην αταξία μας, και γίνεται και αυτό ανάμνηση στοιβαγμένη στους υγρούς τοίχους του κλειστού σπιτιού, σε ένα προάστιο, σε μια θάλασσα, στα σφραγισμένα, ξύλινα παράθυρα του Πολύδροσου - και κάθε Πολύδροσου – στην πνοή της μάνας.

Η Σοφία (Σοφία Κόκκαλη) είναι η κόρη της… Σοφίας (Βίκυ Καγιά). Γυρνάει σπίτι, στο Πολύδροσο, στη μαμά της, σε ό,τι άφησε πίσω, όμορφα και άσχημα όνειρα, απατηλά, κινηματογραφημένα σε μια εποχή γλυκιά, με άρωμα τριαντάφυλλου, τουλίπας και μαργαρίτας, με έρωτες που φέρουν σφαίρα γιασεμιά και βάζουν  πόντο σε μεθυσμένες καρδιές. Η νεότερη Σοφία γυρνάει πίσω στην αγκαλιά της Μαμάς Σοφίας και θυμάται, φοβάται, θλίβεται, νοσταλγεί, μαθαίνει, γελάει, αγαπάει, βρίσκει, αφήνει πάλι, γιατί ό,τι αφήσαμε κάποτε, το αφήσαμε για κάποιο λόγο. Είτε πονέσαμε το λόγο αυτό, δίχως λόγο, είτε μας πόνεσε και το κουβαλάμε ακόμα. 

Το Πολύδροσο είναι άγγιγμα ψυχής για τη σχέση μάνας – κόρης. Είναι όλα αυτά που θέλουμε, θέλαμε, μπορέσαμε, ή ούτε που φανταστήκαμε πως υπήρχε χώρος για όμοια τους στα όνειρα που κάναμε για εμάς και τη μαμά μας. Και είναι όλα αυτά που φοβόμαστε, πως θα φοβηθούμε, πως θα έρθουν γιατί δε γίνεται διαφορετικά, και μήτε θαύμα να μας σώσει περιμένουμε, μήτε υπάρχει, μήτε στην τελική θα διασχίσει το Los Angeles, θα κολυμπήσει τα κύματα, θα γλιτώσει απ’ τους καρχαρίες και τους μελλοθάνατους αισθηματίες, να έρθει με φόρα να καθίσει στις καρδίες μας και να τις ζεστάνει, όπως μόνο η μητρική αγκαλιά μας έκαιγε όταν μας πάγωνε το κλάμα. 

Το Πολύδροσο αρνούμαι να μιλάει μόνο για τις μαμάδες και τις κόρες. Γιατί δεν έχουν όλα τα παιδιά για μαμά τη Σοφία. Ούτε οι μαμές τους είναι σοφές, και ας περιμένουν από αυτά να γίνουνε Σοφία. Η 7η μεγάλου μήκους ταινία του The Boy τραγουδάει για την αληθινή, παρθένα αγάπη, σε έναν κόσμο που μας βιάζει, σε έναν κόσμο που βιάζεται μάλιστα, να μας προσφέρει απλόχερα τη καθημερινή κακοποίηση, σαν το χάπι της πιέσεως, που απορυθμίζει τις ταχύτητες της καρδιάς.  

Ποιος μπορεί να τις ρυθμίσει; Ένας άνθρωπος που θα μας αγαπήσει τρελά, και δε θα είναι η μαμά μας. Ο άνθρωπος που θα μας αγαπήσει στα πάντα, με τα πάντα και για πάντα, χωρίς να πρέπει ή να θέλει ακριβώς, επειδή δε θα μπορεί να μη μας αγαπάει, χωρίς λόγο και αιτίες, με μόνη δύναμη την έλξη της καρδιάς. Αυτός ο άνθρωπος, αν τον βρεις, θα σου μάθει την αγάπη με τρόπο λυτρωτικό, θα σου μάθει τη ζωή με τρόπο πρωτόγνωρο, θα σου μάθει το γέλιο με τρόπο μοναδικά δικό σου, θα δει μέσα σου και εσύ στα δικά του μάτια να απλώνονται ορίζοντες, θάλασσες, όνειρα, που η μαμά σου δε θα τολμούσε, αν έχει ζήσει, να σου εκμυστηρευτεί την ύπαρξη τους. Θα φοβηθείς, όπως δε τρόμαξες ποτέ σου, μη και τον χάσεις. Γιατί ίσως η μαμά σου να σε γέμισε με φόβους, μα αυτός ο άνθρωπος θα σε κάνει ατρόμητο, και το μόνο που δε θα πάψεις να τρέμεις είναι μήπως πρέπει πάλι να ζήσεις την απουσία του, και κανένα ταξίδι, ούτε στο LA, στην αγκαλιά της μάνας σου, στα χέρια του Θεού που πιστεύεις δε θα μπορεί να σε βγάλει από την αιωνιότητα της κόλασης μακριά του.

Το Πολύδροσο είναι χαμόσπιτο της μνήμης, μπουκαμβίλιες στην ταράτσα του μυαλού, μακέτες στα χείλη, ρυάκια δακρύων, να ξεδιψούν οι αντιλόπες, είναι το γουργουρητό της γάτας στον καναπέ, είναι τα γυαλιά του μύωπα, που βγάζει για να σε δει καλύτερα όταν πλησιάζουν οι μύτες και οι γλώσσες σας. 

Καλή προβολή, και βάλτε γυαλιά μόνο αν ΔΕ τα χρειάζεστε για να δείτε.  

0 comments