Ο John May (Eddie Marsan) είναι υπάλληλος του Kennington Council, δημοτικός φορέας στο Λονδίνο, όπου και έχει έναν πολύ σημαντικό και αφανή ρόλο. Τόσο αφανή, όσο και τα άτομα που αφορά. Ο John βρίσκει συγγενείς, φίλους και γνωστούς, ανθρώπων που πέθαναν μόνοι τους. Οργανώνει τις κηδείες τους και παρευρίσκεται σε αυτές, κλείνοντας τις υποθέσεις που εκκρεμούν. Ο προϊστάμενος του λέει πως είναι πολύ σχολαστικός με τη δουλειά του, με απλά λόγια σπαταλάει πολύ χρόνο και χρήμα μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες. Στην πραγματικότητα αν κοιτάξεις από το πρίσμα του, ο κ. May σέβεται αυτούς, που πιθανά δεν έχουν κανέναν άλλον στον κόσμο ή κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για εκείνους. Η κινησιολογία του, αγκαλιασμένη από μια ψυχαναγκαστική πνοή, υποδηλώνει έναν εξίσου μοναχικό άνθρωπο, που ζει μέσα από τη δουλειά του, και ακουμπάει το χρόνο της ζωής του σε ένα καλά τακτοποιημένο γραφείο, ένα ήσυχο και εύκολο γεύμα που δεν λερώνει, ένα προσεκτικά ξεφλουδισμένο μήλο, σε μια κρεμάστρα που δεν επιτρέπει ούτε στο σακάκι του να τσαλακωθεί. Αυτές οι τελετουργίες αποτελούν την συντροφιά του και σε συνδυασμό με την σχολαστικότητα του, φέρνουν την ηρεμία στο μυαλό και στον εσωτερικό του κόσμο.
Ο Δήμος, ωστόσο, αποφασίζει να κάνει περικοπές και διώχνει τους περιττούς του υπαλλήλους, και τι περισσότερο περιττό από κάποιον που νοιάζεται, κάποιον σαν τον John. Φανερά προσβεβλημένος από την απόφαση του Kennington, να τον αποδεσμεύσουν, δίνοντας του βέβαια τις καλές τους συστάσεις, ο May παίρνει πολύ προσωπικά την τελευταία του υπόθεση, τον τελευταίο του «φίλο» Billy Stoke. Αναζητά τα κοντινά του πρόσωπα και αυτή τη φορά δεν το βάζει εύκολα κάτω. Την αδικία που ένιωσε από την απόλυση του, ακολουθούν οι τύψεις, καθώς ανακαλύπτει πως ήταν γείτονες με τον εκλιπών, πιθανά νιώθει και αυτός ένοχος για τη μοναχικότητα του και μας επιβεβαιώνεται με το πέρασμα της ώρας η ιδέα πως ο πρωταγωνιστής μας είναι επίσης πολύ μόνος. Όμως, σιγά-σιγά ο John αλλάζει, αρχίζει να χαμογελάει και φωτίζεται το πρόσωπο του, οι ιστορίες που ακούει, οι σχέσεις και η πολυτάραχη ζωή του Billy, καθώς και η γνωριμία με την κόρη αυτού Kelly (Joanne Froggatt), τον επανατοποθετούν δίπλα στους ζωντανούς.
Το Still Life (2013) του Uberto Pasolini μας αναγκάζει να κοιτάξουμε στο απέναντι παράθυρο, αυτό που αγνοούμε καθημερινά, επιδεικτικά, γιατί νιώθουμε τους φόβους μας να καθρεφτίζονται στα κλειστά τζάμια του και το κενό του να παρακολουθεί τις ζωές μας πίσω από τις κουρτίνες της βεβαιότητας του αιώνιου τέλους. Λένε πως ο μοναδικός πραγματικός φόβος είναι ο θάνατος. Δεν φοβάσαι τα ύψη, τα έντομα, τους κλειστούς χώρους, τρέμεις ουσιαστικά το συναίσθημα που σου προκαλούν όλα τα προαναφερθέντα, αυτό του «θα πεθάνω».
Και αν αντικρίσουμε την αλήθεια κατάματα; Είναι ο θάνατος πιο τρομακτικός από την ίδια τη ζωή; Σίγουρα το αβέβαιο και το άγνωστο μας προκαλεί δέος, αλλά το «δεν πρόλαβα» που ίσως νιώσεις την ύστατη στιγμή είναι αυτό που σε παραλύει. Χανόμαστε σε ανούσιες σκέψεις και άγχη, στη ρουτίνα και στη διεκπεραίωση των επαγγελματικών μας στόχων και «πρέπει», σε γνώμες, λόγια που δεν μας ανήκουν καν, απλώς τα υιοθετούμε και τα αναπαράγουμε, για να ακολουθήσουν όλοι το ίδιο μονοπάτι, μη ξεστρατίσει και κανείς. Επιβιώνουμε στο φαύλο κύκλο όπου πενθούμε βλέποντας τον περίγυρο μας να πεθαίνει, ενώ ο περίγυρος πενθεί για το δικό μας θάνατο. Ανήμποροι να βοηθήσουμε και να βοηθηθούμε, ακινητοποιημένοι «ζούμε τις ζωές μας», κρίνοντας τους άλλους, βολεμένοι σε θέσεις, σχέσεις, επαφές που διώχνουν μακριά τη μοναξιά, αυτή τη γιγάντισσα εχθρό του ανθρώπου, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό, που δεν μαθαίνουμε ποτέ, άτρωτοι στη ψευδή ασφάλεια της συντροφικότητας.
«Όλοι θέλουμε κάποιον να μοιραστούμε την σιωπή», λέει ένας άστεγος γνωστός του Billy, που έχει μάθει να μιλάει τη γλώσσα της αλήθειας μέσω του αλκοόλ. Ως θεατές νιώθουμε και εμείς την ικανοποίηση του «τέλος καλό, όλα καλά». Με μια ερώτηση μόνο να γεννάται. Μήπως ο John May, 20 χρόνια σε αυτή τη δουλειά, δανειζόταν τις ζωές των πεθαμένων, ώστε να καλύπτει τη μοναξιά του; Ή μήπως δεν ήταν ποτέ πραγματικά μόνος;



0 comments