Wes Anderson: The Archives - Όλα όσα είδαμε στο Design Museum του Λονδίνου
Η έκθεση που παρήγαγε η γαλλική ταινιοθήκη του Παρισιού έχει πλέον μεταφερθεί στο Design Museum του Λονδίνου. Πρόκειται για την πρώτη αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στο έργο του σκηνοθέτη: πάνω από 700 αντικείμενα — σημειωματάρια, σκίτσα, props, κοστούμια, μακέτες — που ο ίδιος φύλαγε επί δεκαετίες. Και η ιστορία αυτού του αρχείου ξεκινά όταν η Columbia Pictures διέλυσε τα props και τα κοστούμια του Bottle Rocket (1996) χωρίς να ρωτήσει τον Anderson. Εκείνος αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ξαναγινόταν. Από το Rushmore (1998) και μετά, ανέλαβε ο ίδιος τη φύλαξη κάθε αντικειμένου που κατασκευαζόταν για τις ταινίες του. Για σχεδόν τριάντα χρόνια, αυτό το αρχείο μεγάλωνε σε μια αποθήκη στο Kent της Αγγλίας.
“More than any other, Wes Anderson’s cinema naturally lends itself to exhibition—an exquisite showcase where relics of the past become part of the present, and where scenography itself transforms into mise-en-scène.” γράφει χαρακτηριστικά η Cinémathèque française.
Για τον Anderson αφήγηση και σχεδιασμός είναι αδιαχώριστα — και ολόκληρη η έκθεση λειτουργεί ως απόδειξη. Μπαίνοντας μέσα από μια ξύλινη πόρτα, με την επιγραφή NO CRYING, μπαίνεις στον κόσμο του Wes. Αντικρίζεις μια προθήκη με τα σημειωματάρια του και διάφορες φωτογραφίες polaroid. Η έκθεση αρθρώνεται χρονολογικά, από το Bottle Rocket (1996) μέχρι το The Phoenician Scheme (2025).
Στο σινεμά του Anderson, πάντα είχα την αίσθηση ότι είναι ένας δημιουργός που ξέρει τι κάνει, δεν αφήνει πράγματα στην τύχη, από τα πρώτα στάδια της καριέρας του. Και έπειτα από αυτήν την επίσκεψη, κάπως μου επιβεβαιώνεται αυτό. Σημειώσεις, σκίτσα, storyboards, αρχιτεκτονικά σχέδια, μακέτες – ένα τεράστιο υλικό μελέτης και προπαραγωγής της ταινίας.
Αρκετά νωρίς στην έκθεση, υπάρχει η φωτογραφία των νεαρών Wes Anderson και Owen Wilson, να βγαίνουν τρέχοντας από το studio, αφού έχουν υπογράψει για την πρώτη ταινία τους. Από όλα τα εκθέματα, αυτή είναι που κρατάω περισσότερο.
Για όποιον γνωρίζει το έργο του, η έκθεση λειτουργεί ως αναγνώριση — βλέπει ένα αντικείμενο και ξέρει που ανήκει. Για όποιον έρθει χωρίς προηγούμενη επαφή, η εμπειρία είναι διαφορετική αλλά εξίσου δυνατή: βλέπει θραύσματα κόσμων που δεν ξέρει πώς συνδέονται, και αυτό από μόνο του έχει τη δική του γοητεία. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που δεν ξεφεύγει από κανέναν είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια. Πολλά από αυτά τα εκθέματα δεν ήταν τεχνικά απαραίτητα — η κάμερα δεν θα τα έβλεπε, το κοινό δεν θα τα ήξερε. Αλλά για τον Anderson, το απαραίτητο και το άρτιο δεν είναι ποτέ το ίδιο πράγμα.
Μια από τις πιο επίμονες εντυπώσεις της έκθεσης είναι η σχέση του Anderson με το απτό. Σε μια εποχή που το CGI έχει καταστήσει σχεδόν περιττή την υλική κατασκευή, ο Anderson επιλέγει συστηματικά το αντίθετο: μακέτες, stop-motion κούκλες, σκηνικά που κατασκευάζονται με την ίδια επιμέλεια που θα κατασκευαζόταν ένα πραγματικό κτίριο. Η μακέτα του Grand Budapest Hotel δεν είναι απλώς ένα εργαλείο παραγωγής — είναι από μόνη της ένα έργο. Το ίδιο ισχύει για τις stop-motion κούκλες του Fantastic Mr. Fox και του Isle of Dogs, με τους μεταλλικούς σκελετούς εμφανείς, τη γούνα χειροποίητη, κάθε δάχτυλο ξεχωριστά διαμορφωμένο.
Η έκθεση δεν παρουσιάζει έναν μοναχικό οραματιστή. Από τα πρώτα εκθέματα γίνεται σαφές ότι ο Anderson δούλεψε πάντα μέσα σε ένα δίκτυο ανθρώπων — και ότι αυτό το δίκτυο δεν άλλαξε πολύ με τα χρόνια. Οι ίδιοι συνεργάτες επιστρέφουν ταινία με ταινία: production designers, propmakers, ενδυματολόγοι, συνθέτες. Η έκθεση τους αναγνωρίζει ονομαστικά, δίνοντάς τους χώρο που σπάνια έχουν στις κριτικές ή στις συνεντεύξεις. Αυτό από μόνο του λέει κάτι για τον Anderson.
Ο Anderson φαίνεται ότι αντλεί έμπνευση από την ίδια του τη ζωή, τις πόλεις που έζησε, τα σχολεία που πήγε. Το Rushmore γυρίστηκε στο ίδιο σχολείο που φοίτησε ο Anderson ως έφηβος στο Houston — τα χρυσά γράμματα της πινακίδας «Rushmore Academy» ήταν κυριολεκτικά καρφωμένα στον πραγματικό φράχτη. Οι Tenenbaums ξεκίνησαν στα σημειωματάρια ως «New York movie», μια ιδέεα γραμμένη αμέσως μετά τη μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη — η πόλη που μόλις ανακάλυπτε έγινε αμέσως το σκηνικό μιας ιστορίας για οικογένεια που διαλύεται.
Πάνω απ' όλα, υπάρχει κάτι βαθιά τρυφερό στο γεγονός ότι ο Anderson κράτησε όλα αυτά. Από το 1998 και μετά, κάθε prop, κάθε τι κατέληγε σε μια αποθήκη στο Kent — όχι για κάποια μελλοντική έκθεση, όχι για να χτίσει μια κληρονομιά, αλλά γιατί μετά την εμπειρία του Bottle Rocket, απλώς αρνήθηκε να ξαναχάσει κάτι που είχε φτιαχτεί με τόση φροντίδα. Αυτό, τελικά, είναι το πιο αποκαλυπτικό πράγμα σε ολόκληρη την έκθεση.
Περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση μπορείτε να βρείτε εδώ.








0 comments