Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα: Όταν ο τρόμος συναντά την επιθυμία

 

Γιατί επιστρέφουμε ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες τρόμου; Γιατί οι μάσκες, τα απομονωμένα σπίτια/camp και οι φιγούρες που παραμονεύουν στο σκοτάδι είναι στοιχεία που ενώ μας τρομάζουν, παράλληλα μας γοητεύουν κιόλας;

Ο τρόμος ανά τους αιώνες αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο πόθου. Δεν υπήρξε ποτέ μόνο φόβος για τον άνθρωπο, αλλά μάλιστα συνοδεύτηκε από ένα αίσθημα έλξης, εκείνη ακριβώς την στιγμή που το σινεμά έσβησε τα φώτα...

Αν θέλουμε λοιπόν να αναλύσουμε το camp (Miasma) ως κινηματογραφικό χώρο, θα πρέπει πρώτα να πούμε πως μπορεί να αποτελέσει ολόκληρο κινηματογραφικό σύμπαν. Στον horror κινηματογράφο το camp λειτουργεί σχεδόν μυθικά: χαρακτηρίζεται από παιχνίδι, σώματα, νεότητα, σεξουαλική αφύπνιση και όλα αυτά κάτω από τον μανδύα της απειλής. 

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα αναρωτηθούμε, πώς γίνεται ένας χώρος φτιαγμένος για επιθυμία να μετατρέπεται σε απειλή...

Κι όμως είναι πολύ εύκολο και εύλογο να συμβεί. Το σώμα συνδέεται με το βλέμμα που κρύβεται πίσω από την κάμερα και έτσι το σώμα μετατρέπεται σε αντικείμενο βλέμματος ενώ το βλέμμα μετατρέπεται σε απειλή. 

Όλο αυτό φυσικά αποτελεί κατάσταση στενά συνυφασμένη με τον slasher τρόμο. Κάθε κίνηση σεξουαλική ή επιθετική συνδέεται με τον κίνδυνο και τον θάνατο. 

Ο θεατής επιθυμεί να δει το “τέρας” να αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Και τελικά καταλήγει να απολαμβάνει αυτό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να τον τρομάζει. Σε αυτή ακριβώς την κατάσταση κρύβεται η μαγεία του slasher.

Το Camp Miasma δεν αποτελεί μόνο μια ταινία τρόμου, αλλά και μια συνομιλία με ολόκληρο τον slasher τρόμο: την αισθητική του, την υπερβολή του, την “ιδιαίτερη” απόλαυση που προκαλεί, καθώς και την σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της νοσταλγίας που βιώνει ο θεατής και της προβολής. Το Camp Miasma ανακαλεί το παλιό horror με αγάπη, ενώ παράλληλα δεν φοβάται να σχολιάσει τις αρνητικές του πτυχές δίνοντας και μια queer ματιά. Διερευνά την γυναικεία επιθυμία μέσα από ένα είδος αρκετά δημοφιλές στον ανδρικό πληθυσμό, προσπαθώντας να “σπάσει” τον μισογυνιστικό και πατριαρχικό του χαρακτήρα. 

Φυσικά, ειδικά για τους λάτρεις του είδους, είναι κατανοητό ότι το τέρας του horror δεν είναι σχεδόν ποτέ ένα απλό τέρας. Συχνά είναι αυτό που μια ολόκληρη κοινωνία δεν επιθυμεί να κοιτάξει: η βία, η ενηλικίωση, η σεξουαλικότητα, το διαφορετικό κ. α. 

Έτσι λοιπόν ο τρόμος συναντά την επιθυμία... Γιατί τελικά ο αληθινός τρόμος δεν βρίσκεται σε αυτή, αλλά στο γεγονός ότι η επιθυμία δεν μπορεί να κρυφτεί πια. 

Το Τζέιν Σέμπρουν (σκηνοθεσία) δεν δημιουργεί απλώς ένα slasher που θυμίζει παλιά εποχή, αλλά κατασκευάζει τον δικό του δολοφόνο, με μια γελοία απεικόνιση με κεφάλι – αεραγωγό και ένα σημαδιακό όνομα: Μικρός Θάνατος. Φυσικά το όνομά του συμβολίζει τον οργασμό, ενώνοντας πανέξυπνα τα δύο στοιχεία του slasher τρόμου: επιθυμία και θάνατος.

Το Σέμπρουν καταφέρνει να ενώσει όχι μόνο τα θέματα της ταινίας, αλλά και τις προσεγγίσεις τους έχοντας από την μία πλευρά τα στοιχεία της εμπορικής ψυχαγωγίας και από την άλλη έναν φιλοσοφικό αναστοχασμό.

Πάνω από όλα πρόκειται για μια ταινία – φόρο τιμής στο σεξ ως βασικό στοιχείο του slasher horror και ως αντίληψη ενός ατόμου μετά την φυλομετάβασή του και φυσικά ως αποτέλεσμα συναίνεσης. Μάλιστα η συναίνεση παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία, με κύρια έμμεση αναφορά της: “If it gets too real, you can always turn it off.”

Η ίδια η slasher ταινία είναι κάτι το διαφορετικό από το να σε κυνηγάει ένας αληθινός δολοφόνος, ακριβώς επειδή ο θεατής την παρακολουθεί και την βιώνει συναινετικά. Γι' αυτό και νιώθει ασφαλής. Η ίδια η ταινία είναι ο δολοφόνος, η επιθυμία και ο θάνατος. Και ο ίδιος ο θεατής της είναι η κάμερα και ο Μικρός Θάνατος. (Μάλιστα τρανή απόδειξη αποτελεί η σκηνή όπου ο Μικρός Θάνατος φέρνει το ξέσπασμα θανάτου στην οθόνη, δολοφονώντας τους πάντες και τότε η κάμερα μετατρέπεται στο βλέμμα του και εμείς σε αυτόν!)

Οι πρωταγωνίστριες είναι αταίριαστα – ταιριαστές. Από την μία η αμήχανη μα τόσο ταλαντούχα Κρις (Χάνα Αϊνμπάιντερ) και από την άλλη η αυτοσαρκαζόμενη ντίβα Μπίλυ (Τζίλιαν Αντερσον), δημιουργούν μια cult ατμόσφαιρα με κωμικές ατάκες και μία τάση θόλωσης των ορίων μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Μάλιστα σε τέτοιο σημείο που μας “επιτρέπεται” η σκέψη πως η Μπίλυ μπορεί και να είναι κομμάτι της φαντασίωσης της Κρις και λειτουργεί βοηθητικά με τελικό σκοπό να αναδυθεί από την τρύπα της λίμνης του Καμπ Μίασμα η αλήθεια. Η ίδια αλήθεια που κρυβόταν στο βλέμμα της τότε έφηβης -μα τώρα 60αρας- Μπίλυ στη σκηνή επιθυμίας και θανάτου που πρωταγωνιστούσε.

Το “Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα” είναι τελικά μια προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης σεξουαλικότητας και φαντασίωσης, καθώς και των σχέσεων ταινίας και φαντασιώσεων και πραγματικότητας και φαντασίας. 

Φυσικά δεν λείπουν και οι συχνές απεικονίσεις μίας από τις πιο συχνές οδούς απόλαυσης: το φαγητό, το οποίο υπενθυμίζει την παιδικότητα που κρύβει μέσα της η πρωταγωνίστρια (και όλοι μας εξάλλου) και έρχεται σε επαφή με το φαντασιακό.

Το “Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα” είναι ένα ελπιδοφόρο slasher με αρκετό αίμα, μαύρο χιούμορ και μια γροθιά στο κατεστημένο της λογικής, που δεν φοβάται να κοροϊδέψει την (ετερο)κανονική κατεύθυνση της βιομηχανίας κινηματογράφου. Είναι εκείνη ακριβώς η ευκαιρία που μας δίνεται να βιώσουμε αυτό το αιματηρό σκηνικό και να νιώσουμε τον ίδιο ενθουσιασμό που νιώσαμε όταν ήμασταν παιδιά και βλέπαμε τις ταινίες τρόμου, παρά τις απαγορευτικές σημάνσεις τους. 

Μην ξεχνάμε πως όταν τα φώτα ανάψουν, το τέρας θα έχει εξαφανιστεί. Και αυτό που μένει, είναι η μεγάλη οθόνη και εκείνη η περίεργη αίσθηση πως για κάποια λεπτά, φοβηθήκαμε ακριβώς αυτό που εξ' αρχής θέλαμε να δούμε.

0 comments