«Βίαιο καλοκαίρι», γιατί ο έρωτας είναι πράξη πολιτική

Το σινεμά δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικό, ο έρωτας επίσης, ακόμη και όταν –αμφότερα- αποφασίζουν  συνειδητά να απομακρυνθούν από προφανείς δηλώσεις, δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε πως και αυτό είναι πολιτική πράξη. Το Βίαιο Καλοκαίρι (Estate Violenta) είναι μια ηχηρή υπενθύμιση, με την οποία ο Βαλέριο Ζουρλίνι δεν ξεχνάει ότι όλα όσα κάνει και νιώθει ο άνθρωπος, όχι μόνο ανήκουν στο πλαίσιό τους, αλλά και τροφοδοτούνται από αυτό, τροφοδοτώντας το ενεργά πίσω. 

Το Βίαιο Καλοκαίρι είναι το καλοκαίρι του 1943, όπου ένας νεαρός γιος (Κάρλο) οικογένειας με ενεργή φασιστική δράση, βιώνοντας το ειρωνικά ανέμελο καλοκαίρι του –όσο η γη θρηνεί και ο φασισμός με τον ναζισμό επιβάλλονται πάνω της- γνωρίζει στην παραλία μια γυναίκα μεγαλύτερή του (Ρομπέρτα), χήρα από άντρα ναυτικό, και έπειτα ξεκινάει μια ερωτική περιπέτεια, ή όπως αποκαλείται από τον περίγυρό τους, «σκάνδαλο». Το καλοκαίρι έτσι, λειτουργεί ως τέλος μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τέλος κυριολεκτικό, αφού ο Σεπτέμβρης που έπεται φέρνει το τέλος του ιταλικού φασισμού –θεωρητικά και συμβατικά. Έτσι, η χώρα βρίσκεται σε ένα έντονα «φλεγόμενο» σημείο για το εθνικό της μέλλον. Ταυτόχρονα, το τέλος αυτό προκαλεί και έναν συμβολισμό. Παρακολουθούμε τον Κάρλο ξέγνοιαστο και ουδέτερο να απολαμβάνει το καλοκαίρι του με μια παρέα που μοιάζει να ανήκει συλλογικά στην ιταλική μπουρζουαζία, ενώ σύντομα, εξαιτίας της κατάρρευσης του φασισμού, θα αναγκαστούν να έρθουν αντιμέτωποι με τη μερική λήξη των προνομίων τους. Θα μπορούσε κανείς να πει πως οι σπάνιες αναφορές στο πολιτικό υπόβαθρο του νέου και των φίλων του είναι μια προσπάθεια εξομάλυνσης της κατάστασης και ίσως αποτύπωσης ενός πιο «συμπαθητικού» χαρακτήρα; Πολύ δύσκολα πιστεύω, αν λάβουμε υπόψη μας πως αφήνεται καθαρά να εννοηθεί πως ακριβώς επειδή οι ίδιοι είναι πλήρως αποκομμένοι από τις τραγικές πραγματικότητες, καταφέρνουν να έχουν πρόσβαση στην καλοπέραση και όπως εξελίσσεται φυσικά, στον έρωτα. Ο Κάρλο, δεν είναι φασίστας με τον τρόπο που είναι ο πατέρας του. Συντηρεί όμως τον φασισμό, όντας απαθής και εκμεταλλευόμενος τα προνόμια που του χαρίζει η τάξη του. Και ανάμεσα στα προνόμια αυτά, ο έρωτας. 

Εδώ ξεχωρίζουν οι απεικονίσεις της βίας και της ταραχής στη συγκεκριμένη ταινία. Ποτέ δεν ξεφεύγει πολύ από τη βασική γραμμή που ακολουθεί, που είναι σίγουρα μια αισθηματική ιστορία, όμως κάθε φορά που πλησιάζουμε να «ξεχαστούμε» με τα πλάνα αγάπης και έρωτα, χτυπάνε οι εικόνες που μας θυμίζουν πού πραγματικά βρισκόμαστε: το στρατιωτικό αεροπλάνο που πέφτει κοντά στην παραλία με τους δεκάδες πλούσιους παραθεριστές (ανάμεσά τους οι δύο πρωταγωνιστές), οι φωτεινές γραμμές που σχηματίζονται στον νυχτερινό ουρανό από τα αεροπλάνα και τις βόμβες, τα φώτα που σβήνουν στο τσίρκο όπου η παρέα επιθυμεί να διασκεδάσει, όλα θυμίζουν ότι σε έναν σκοτεινό κόσμο η ιδιωτικότητα δεν μπορεί να είναι εφικτή, και πως η ζωή καθορίζεται από μεγαλύτερες δυνάμεις. Το Βίαιο Καλοκαίρι λοιπόν, δεν είναι βίαιο μονάχα εξαιτίας των στρατιωτικών συγκρούσεων και των μαχών, αλλά και της καθημερινής εισβολής στις ζωές των ανθρώπων, οι οποίοι ζώντας μια γιγαντιαία πολιτική, οικονομική και ψυχολογική κρίση, μοιάζουν πλέον απόλυτα αδύναμοι να καλύψουν οποιαδήποτε ανάγκη τους.

Εξίσου σημαντική είναι η σκιαγράφηση της γυναικείας αυτοδιάθεσης, η οποία μέσω της Ρομπέρτα παίρνει σάρκα και οστά, τονίζοντας τη διαρκή παρουσία της εν δυνάμει κοινωνικής κατακραυγής. Η Ρομπέρτα, ως μητέρα και χήρα, οφείλει να τιμά τον νεκρό της σύζυγο στερώντας από τον εαυτό της οποιαδήποτε ευκαιρία ευτυχίας. Γίνονται λίγοι μεν, δυνατοί δε, υπαινιγμοί στη συμπεριφορά του συζύγου, ο οποίος, καθώς «έπεσε» για την πατρίδα του στο πολεμικό ναυτικό, κατακτά μετά θάνατον κύρος, το οποίο τυφλώνει οικογένεια και κοινωνία και απαγορεύει από τη Ρομπέρτα να εκφράσει το κακοποιητικό του ιστορικό προς το πρόσωπό της και να τον απομυθοποιήσει στη συλλογική συνείδηση. 

Τέλος, να σχολιάσουμε τη σημασία που έχει ο χρόνος στον οποίο κινηματογραφήθηκε η ιστορία. Η ταινία, γυρίστηκε το 1959 και αναφέρεται στο 1943. Αυτό τι σημαίνει πρακτικά; Ότι ιδεολογικά και πολιτικά μπορεί να σταθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα στην πλευρά που επιθυμεί, έχοντας ζήσει τον ίδιο τον πόλεμο αλλά και τις συνέπειές του. Έξυπνα έτσι τοποθετεί και στιγμές εξέγερσης στην εξέλιξή της, όχι μόνο ως αντιφασιστικές και αντιπολεμικές δηλώσεις, αλλά και ως προοικονομικές ενδείξεις για το προσεχές τέλος, το οποίο δείχνει και να εξυμνεί. 

Ο τρόπος με τον οποίο λήγει ο έρωτας του Κάρλο και της Ρομπέρτα συμβολίζει κάθε στοιχείο που καθιστά την ιστορία τραγική. Πρώτον, αποτυπώνεται ως τιμωρία: ο νεαρός δεν τιμωρείται επειδή τυχαίνει να είναι γιος φασίστα, αλλά επειδή ο ίδιος επιλέγει να κάνει κατάχρηση των προνομίων του και να απομακρυνθεί από κάθε προσπάθεια διάσωσης του κόσμου όπου ζει. Και όταν τελικά αποφασίζει να ξεφύγει από τη μετριοπάθεια αυτή, το τέλος του έρωτα αποτυπώνεται, δεύτερον, ως διττή θυσία: αναγκασμένος να επιβιώσει σε έναν τόσο σκοτεινό κόσμο εγκαταλείπει το συναίσθημα που αποτελεί τη μοναδική φωτεινή δίοδο, και αποφασισμένος (πλέον) να παλέψει, αφιερώνει ολοκληρωτικά ψυχή και σώμα στον αγώνα.

Και ας το πάμε και ένα βήμα παρακάτω: όταν οι βασικές ανάγκες της ανθρωπότητας κακοποιούνται καθημερινά, όλες οι υπόλοιπες επιθυμίες μοιάζουν με προνόμια. Όταν ο κόσμος βρίσκεται υπό διαρκή απειλή και σύγχυση, κανένα καθαρό και αθώο συναίσθημα δεν μπορεί να ανθίσει. Το Βίαιο Καλοκαίρι δεν αποτελεί μονάχα τις θερινές μέρες πριν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά αντιστοιχεί σε κάθε μέρα που οι άνθρωποι ψάχνουμε καταφύγια και ψευδαισθήσεις, σε έναν κόσμο που εξυπηρετεί συστήματα που δεν έχουν σταματήσει να γεννούν και να αναπαράγουν βίαια δράματα και τρομοκρατία.

* Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τις προβολές της ταινίας στο Cinemarian. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.

0 comments