Μπάσταρδα: Ένα ιντριγκαδόρικο μανιφέστο αποτελούμενο από glitter και neon φώτα
Τα Μπάσταρδα έχουν αφήσει την πόλη μόνη της. Στην εξοχή το νέο τους σπίτι μυρίζει μόνο καλοκαίρι. Πέντε κορίτσια και πέντε αγόρια ζούνε εδώ και τώρα για το τώρα. Εδώ δε πλησιάζει κανείς, εδώ όλοι φυλάνε, σκοπιά, φιλάνε ο ένας τον άλλον, παίζουν τους νεκρούς. Είναι ακόμα παιδιά. Είναι τα δικά σας παιδιά. Τα δικά μας μπάσταρδα.
Το πολυσυζητημένο, για τα δεδομένα πάντα του περιορισμένου κοινού που βλέπει ελληνικό ανεξάρτητο σινεμά, πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του Νίκου Πάστρα προσγειώθηκε από την Πέμπτη 25/5 στα θερινά σινεμά της χώρας! Βασική του φιλοδοξία, θεωρώ πως είναι πρωτίστως να βρει μια θέση στην καρδιά και τη συνείδηση των θεατών, επιδιώκοντας παράλληλα να αξιοποιήσει υπέρ του το world of mouth των τελευταίων μηνών και να διαγράψει το δικό του ταξίδι τούτη τη θερινή σεζόν, που μόλις ξεκίνησε.
Τον περασμένο Νοέμβριο, λοιπόν, έγραφα χαρακτηριστικά από την "ανταπόκριση" του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης:
"Τα Μπάσταρδα του Νίκου Πάστρα, μια από τις πιο hyped (αν όχι η περισσότερο) ταινίες του φεστιβάλ, αφού μέτρησε δύο διαδοχικά sold out και συζητήθηκε σε μεγάλο βαθμό πριν και μετά την προβολή της. Πρόκειται για έναν φόρο τιμής στη Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη και δεν το κρύβει, αφού κατά την διάρκεια της ακούμε σε παραπάνω από μια σκηνές την μουσική που έγραψε ο Χατζηνάσιος 40 χρόνια πριν. Στο φιλμ παρακολουθούμε μια παρέα 10 ατόμων που έχουν αφήσει την πόλη μόνη της. Στην εξοχή, το νέο τους σπίτι μυρίζει μόνο καλοκαίρι. Πέντε κορίτσια και πέντε αγόρια ζούνε εδώ και τώρα – για το τώρα. Εδώ δεν πλησιάζει κανείς, εδώ όλοι φυλάνε σκοπιά, φιλάνε ο ένας τον άλλον, παίζουν τους νεκρούς.
Προβοκατόρικη, αλλά την ίδια στιγμή και τρυφερή, είναι μια ταινία ύμνος στις αρετές και στα ελαττώματα της νεότητας, μια ταινία με άγρια ομορφιά και ξέφρενο ρυθμό, που συμπεριφέρεται όπως μια ωρολογιακή βόμβα, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Οι παιχνιδιάρικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών σε συνδυασμό με το όραμα του Πάστρα και τα τραγούδια του MAZOHA, δημιουργούν ένα τελικό αποτέλεσμα που δύσκολα μπορεί να αφήσει τον θεατή αδιάφορο, παρά την επιτηδευμένη έλλειψη συνοχής που παρουσιάζει, μέχρι και το τρομακτικά αλληγορικό του φινάλε το οποίο επιχειρεί να γκρεμίσει βίαια το όνειρο που βιώνουμε μέχρι εκείνη τη στιγμή και να μας επαναφέρει στην άχρωμη πραγματικότητα.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να γίνει η Γλυκιά Συμμορία της γενιάς της ή το ελληνικό μεταμοντέρνο Breakfast Club, θα το μάθουμε σε 20-30 χρόνια από τώρα εξάλλου, ξέρω όμως πως εδώ έχουμε να κάνουμε μ' ένα φιλμ που νιώθει στο πετσί του τι πάει να πει σινεμά. Κι αν είναι μια φόρα σημαντικό να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα του σήμερα, είναι 10 φορές σημαντικότερο να το κάνεις με ρομαντικό τρόπο και η ταινία του Πάστρα το κάνει αυτό από την αρχή μέχρι και το τέλος, παίρνοντας όλα τα πιθανά ρίσκα. Πολύ πριν τους τίτλους έναρξης της, όταν και κέρδισε το στοίχημα του Crowd Funding συγκεντρώνοντας περισσότερα από 15.000 ευρώ, αλλά και κατά την διάρκεια των γυρισμάτων που έλαβαν χώρα σε μια απομονωμένη επαρχιακή κατοικία μέσα στην καρδιά της Πανδημίας.
Έτσι κι αλλιώς τα Μπάσταρδα όπως μας ανακοινώνουν από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της ταινίας με ένα απολαυστικό και ιντριγκαδόρικο μανιφέστο, δεν δέχονται τα πρέπει και τα θέλω της κοινωνίας και γουστάρουν να κάνουν τα πάντα με τον δικό τους τρόπο, γιατί μπορούν και είναι ελεύθερα, έστω κι αν αυτό κρατάει για λίγο.
Θα αγαπιούνται μέχρι μίσους και θα μισιούνται μέχρι αγάπης, ακόμα κι αν χρειαστούν να πεθάνουν όλα μαζί παρέα..."
Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα λίγα και βασικά, δεν θα άλλαζα κάτι ουσιαστικό. Τα Μπάσταρδα είναι μεν μια ταινία με αρκετές ατέλειες, που τείνει να αποπροσανατολίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον τελικό προορισμό της (ειδικά κατά το άγαρμπο φινάλε), αλλά στο τέλος της ημέρας είναι ένα αυθεντικό και βαθύτατα ρομαντικό στις ρίζες του κινηματογραφικό πρότζεκτ, για ποικίλους λόγους. Όταν σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί το μουσικό ντύσιμο από τον MAZOHA, στον οποίο ο γράφων έχει τεράστια μουσική αδυναμία, το γλυκό δένει ακόμα περισσότερο.
Το περιγράφει άλλωστε πολύ εύστοχα και ο ίδιος ο Πάστρας στο σκηνοθετικό του σημείωμα:
"Τα ΜΠΑΣΤΑΡΔΑ γυρίστηκαν σε μια περίοδο που ο κόσμος έμοιαζε να τελειώνει. Ίσως για αυτό έχουν μια αίσθηση απελπισίας. Η ιδέα τους γεννήθηκε από την αντίδραση στην αδράνεια των καιρών της καραντίνας, μα πρώτα και κύρια από τους δέκα υπέροχους, νέους ηθοποιούς που έδωσαν τους εαυτούς τους στο να γεννηθούν αυτοί οι χαρακτήρες. Μαζί φτιάξαμε το σενάριο, μαζί δημιουργήσαμε τη συνθήκη, μαζί μαζευτήκαμε σε ένα σπίτι με το φανταστικό μας συνεργείο, στη μέση του πουθενά και ζήσαμε για ένα μήνα φτιάχνοντας την ταινία. Πόσο ειρωνικό που φτιάξαμε μια οικογένεια για να μιλήσουμε κατά της. Συνειδητοποιώ πως αυτό που έχω γράψει μέχρι τώρα έχει πολλά «μαζί», απλά γιατί το «μαζί» έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Κι επίσης, πως τελικά είναι μια ταινία υπέρ της οικογένειας."
Για τα τυπικά να σημειώσουμε πως η ταινία τιμήθηκε με τον Αργυρό Αλέξανδρο >>Film Forward, ο οποίος συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 4.000 ευρώ, ενώ σε μερικές εβδομάδες θα διεκδικήσει τα βραβεία Πρωτότυπης Μουσικής & Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στα Ίρις 2023 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.





0 comments