Επάγγελμα Ρεπόρτερ: Ένα ελεγειακό road trip στην αχανή έρημο της ψυχής

 

Είναι πραγματικά αξιομνημόνευτες οι περιπτώσεις ταινιών που φέρουν σε τόσο μεγάλο βαθμό την ανεξίτηλη υπογραφή του δημιουργού τους, όπως η υποφαινόμενη και γίνεται εύκολα αντιληπτό πως όταν ο δημιουργός για τον οποίο μιλάμε είναι ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές που έχουν πατήσει το πόδι τους σε τούτο τον πλανήτη, τα πράγματα σοβαρεύουν απότομα.

Παρασκευή 18 του Αυγούστου λοιπόν και ενώ η Αθήνα είναι άδεια, στη Βαλτετσίου υπάρχει μια ουρά που μπορεί να φτάνει και τα 20 μέτρα σε μήκος. Ο λόγος ύπαρξης αυτής της ανθρώπινης μάζας είναι η αποκλειστική προβολή, για μόλις μια εβδομάδα, του αριστουργήματος του Αντονιόνι που ακούει στο όνομα «Επάγγελμα Ρεπόρτερ». Και μπορεί αυτή η τεράστια για τα δεδομένα της μη εμπορικότητας της ταινίας να καθυστέρησε την προβολή κατά σχεδόν 20 λεπτά μέχρι να βρουν όλοι τη θέση τους, αλλά η αναμονή έδωσε στην δίωρη εμπειρία που θα ακολουθούσε ακόμα μεγαλύτερη αξία!

Ο σπουδαίος δημιουργός όντας αποθαρρημένος από τις αποτυχημένες εισπρακτικά και όχι μόνο πιο πρόσφατες δουλειές του, επιστρέφει (σύμφωνα πάντα με τα δικά του λόγια) στα «μολυσμένα νερά της Δύσης», για να γυρίσει την τρίτη του ταινία σε παραγωγή Κάρλο Πόντι μετά τα «Blow Up» και «Zabriskie Point». Η μοίρα και η κοινή καλλιτεχνική θέληση θα τα φέρουν με τέτοιο καρμικό τρόπο που θα συνεργαστεί με τον Τζακ Νίκολσον, ο οποίος διανύει την πρώτη λαμπρή φάση της σπουδαίας καριέρας του. Ο δεύτερος θα αφεθεί για πρώτη φορά ολοκληρωτικά στα χέρια και το όραμα ενός auter του βεληνεκούς του Αντονιόνι. Το αποτέλεσμα της παραπάνω συνεργασίας, εκτός από το προφανές του κινηματογραφικού επιτεύγματος, είναι το γεγονός πως ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το συνολικό πρότζεκτ, κινώντας γη και ουρανό, για να αγοράσει τα δικαιώματά της ταινίας και να συμβάλλει τα μέγιστα για να την κρατήσει όσο πιο «κρυφή» γίνεται μέχρι και σήμερα.

Αρχές τις δεκαετίας του 70 λοιπόν και εμείς παρακολουθούμε από τους τίτλους αρχής κιόλας τον επιτυχημένο βρετανό δημοσιογράφο Ντέιβιντ Λοκ (Τζακ Νίκολσον) να περιπλανιέται μάταια στην υποσαχάρια Αφρική, προσπαθώντας να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για το τοπικό αντάρτικο. Αποτυγχάνοντας να έρθει σε επαφή με τους αρχηγούς της τοπικής οργάνωσης και δίχως να έχει στα χέρια του κάτι που να παραπέμπει έστω σε ρεπορτάζ, αρχίζει να σκέφτεται πως ήρθε η ώρα της επιστροφής στο Λονδίνο και τη βάση του.

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο του, θα διαπιστώσει πως ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο έχει έρθει πιο κοντά τον τελευταίο καιρό, ο μυστηριώδης και αινιγματικός Ντέιβιντ Ρόμπερτσον , είναι νεκρός στο δωμάτιό του. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα οικειοποιηθεί την ταυτότητα του, αλλάζοντας τις φωτογραφίες στα διαβατήρια τους και θα ξεκινήσει ένα ταξίδι αυτογνωσίας με ενδιάμεσες δόσεις κυνηγητού από εχθρούς και φίλους.

Από το Λονδίνο και το Μόναχο, όπου θα διαπιστώσει πως η νέα του δουλειά είναι να διακινεί όπλα, θα βρεθεί στην κοσμοπολίτικη Βαρκελώνη. Εκεί θα γνωριστεί τυχαία (;) με μια νεαρή φοιτήτρια (Μαρία Σνάιντερ) που εξερευνά τα κτήρια του Γκαουντί και παρέα θα διασχίσουν την ερημιά της Ανδαλουσιάνικης επαρχίας – οδηγώντας ένα μεταχειρισμένο καμπριολέ τρίτου χεριού -  με σκοπό την επιστροφή στα άφθαρτα χώματα της μητέρας Αφρικής.

Το «Επάγγελμα Ρεπόρτερ» είναι αδιαμφησβήτητα ένα βαθιά φιλοσοφημένο και υπαρξιακό φιλμ από την κορφή ως τα νύχια, παρόλο που επιχειρεί να μπερδέψει τον παρατηρητή (και όχι θεατή στην προκειμένη περίπτωση» με τα έντονα στοιχεία αστυνομικής περιπέτειας, που συμβάλλουν βέβαια τα μέγιστα στο ρυθμό και τη ροή της πλοκής.

Το άδειο βλέμμα του Νίκολσον, ο οποίος αποφασίζει ξαφνικά και δίχως προφανή λόγο αποφασίζει να εξαφανιστεί από προσώπου γης, αναζητώντας το πεπρωμένο του, η ατέλειωτη και η αέναη περιπλάνηση στις ερήμους του μυαλού, αλλά και της βόρειας Αφρικής, καθώς και η διαρκής αίσθηση ματαιότητας που πλανάται σε κάθε σεκάνς συνθέτουν το ολοκληρωμένο τελικό αποτέλεσμα.

Οι πραγματικές αρετές του όμως, βρίσκονται ακόμα πιο πέρα από το επίπεδο της πρώτης τυπικής ανάγνωσης. Αυτές που κάνουν πραγματικά σπουδαίο το έργο του Αντονιόνι είναι οι καλοδουλεμένες λεπτομέρειες. Περαστικοί που άθελα τους παρεμβαίνουν στην πλοκή και ο φακός επικεντρώνεται πάνω τους μοιρολατρικά, ένα ξεραμένο ποτάμι ανάμεσα σ’ εύφορα περιβόλια, η μεγάλη ευθεία με τα ασπρισμένα δέντρα, η εναλλαγή του άγριου περιβάλλοντος σε αστικό τοπίο και ξανά από την αρχή, τα θεόσταλτα σημάδια και οι σκηνές προσωπικής απελευθέρωσης οδηγούν την ιστορία με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια στο περίφημο 7λεπτο μονόπλανο (για πολλούς το σπουδαιότερο στην ιστορία του σινεμά) και στο φινάλε της ταινίας υπό το θαμπό φως του ανατέλλοντος ηλίου κάπου στην Αλμερία.

Εν κατακλείδι το “The Passenger” , όπως και τιτλοφορήθηκε λιγότερο ανέμπνευστα στα αγγλικά, έχει τις ίδιες ή σχεδόν τις ίδιες, για να είμαστε πιο ακριβείς, συντεταγμένες ως αφετηρία και τερματισμό. Ακριβώς όπως και η ζωή…


*** Η ταινία προβάλλεται αποκλειστικά (σε περιορισμένη διανομή) στη Ριβιέρα (Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια), μέχρι και την Τετάρτη 23 Αυγούστου, και μόνο για μια προβολή καθημερινά στις 20.45. 

0 comments