Στις ταινίες της τάξεως του «ναι μεν, αλλά…» για το 2023, όσον αφορά στα φεμινιστικά μηνύματα που ήθελαν να περάσουν (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Barbie), κατατάσσω και το The Royal Hotel, αυστραλιανή παραγωγή σε σκηνοθεσία της Κίτι Γκριν (στην Ελλάδα παίχτηκε τον περασμένο Νοέμβριο).
Το The Royal Hotel είχα την ευκαιρία να το δω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Στοκχόλμης (ήμασταν ανάμεσα σε αυτό και το Saltburn, που φυσικά έγινε sold out σε κλάσματα δευτερολέπτων) και καταλήξαμε σε αυτό για δύο λόγους: ενδιαφέρουσα πλοκή που υποσχόταν female empowerment έπειτα από σεξουαλικό τραύμα και Julia Garner, της οποίας τις δουλειές παρακολουθώ στενά έπειτα από το Ozark.
H ιστορία ξεκινά, λοιπόν, με δύο νεαρά κορίτσια, την Hannah (Julia Garner) και την Liv (Jessica Henwick), που ζουν το όνειρο κάθε 20 κάτι χρονών ανθρώπου (του «δυτικού» κόσμου): ταξιδεύουν τον κόσμο με ένα σακίδιο στον ώμο. Και κάπως έτσι βρίσκονται στην Αυστραλία, όπου πάνε από πάρτι σε πάρτι και γνωρίζουν κόσμο, ανέμελες. Τόσος κόσμος να γνωρίσουν, τόσα ποτά να πιουν ακόμα… μέχρι τα λεφτά να τελειώσουν.
Τότε, ξαφνικά, το πάρτι τελειώνει. Σε αντίθεση με τον μέσο άνθρωπο που συναντώντας μια τέτοια δυσκολία θα επέστρεφε σπίτι του, οι δύο γυναίκες είναι διατεθειμένες να συνεχίσουν την περιπέτειά τους πιάνοντας μια δουλειά σε ένα μπαρ σε μια απομακρυσμένη επαρχία της Αυστραλίας, χάρη σε ένα πρόγραμμα εργασίας και τουρισμού.
Όμως, όπως αντίστοιχα και στην Ελλάδα, οι θαμώνες σε ένα επαρχιακό μπαρ δεν είναι άλλοι από τους άνδρες που ζουν στα πέριξ, όπου το κίνημα #metoo και γενικότερα ο φεμινισμός «πέρασε και δεν ακούμπησε» και νέες γυναίκες ίσον «φρέσκο κρέας».
Έτσι, από την πρώτη κιόλας βάρδια, οι πρωταγωνίστριες έρχονται αντιμέτωπες με βαριάς μορφής αντικειμενοποίηση από τους πελάτες του μαγαζιού, που είτε προσπαθούν να τις φλερτάρουν με χυδαίο τρόπο είτε απλά να κάνουν σεξουαλικά υπονοούμενα και να τις κοιτούν λάγνα. «Απλά»…
Αυτό που η Κίτι Γκριν έρχεται να αλλάξει, όμως, στην αφήγηση της ταινίας είναι η παρουσίαση αυτής της αντικειμενοποίησης από δύο διαφορετικές θηλυκές σκοπιές. Αφενός τη σκοπιά της σκεπτικής, ίσως και τραυματισμένης από παρελθοντικές εμπειρίες με άντρες Hannah και της πιο αφελούς και με δίψα για εμπειρίες Liv. Ενώ η πρώτη βιώνει την παρενόχληση ως ενόχληση και βλέπει πέρα ακόμα και από το προσποιητά ευγενικό χαμόγελο ορισμένων πελατών- που στην πραγματικότητα δε θέλουν παρά μόνο να κατακτήσουν τα σώματά τους- η δεύτερη αγνοεί τα σημάδια, μπερδεύοντας την λαγνεία των ανδρών για αγνή, φιλική προσοχή. Άλλωστε, «boys will be boys»…
Από βάρδια σε βάρδια, περνάμε από τη λεκτική παρενόχληση και ορισμένα σπασμένα ποτήρια κατά το μεθύσι, στην σωματική και σεξουαλική βία, με αποκορύφωμα έναν συγκεκριμένο πελάτη με το όνομα Dolly, να πηγαίνει το σεξουαλικό παιχνίδι σε ακόμα πιο επικίνδυνα επίπεδα.
Αλλά οι δυο γυναίκες συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται αυτή τη συμπεριφορά διαφορετικά, ξανά, η πρώτη ως απειλή και η δεύτερη ως ένα αθώο αστείο ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, με αποτέλεσμα η Hannah να αντιμετωπίζεται ως ένα άτομο που απλά δεν έχει όρεξη να περάσει καλά και που «χαλάει τη φάση».
Πόσο αθώο είναι αυτό το αστείο και σε ποιο σημείο αυτό που φαινομενικά είναι ένα μικρό σεξουαλικό πείραγμα κρύβει μέσα του κάτι μεγαλύτερο, ένα τέρας, το τέρας της πατριαρχίας και της γυναικείας καταπίεσης; Ένα βασικό ερώτημα που καλείται ο θεατής να απαντήσει μέσα του.
Η Κίτι Γκριν, ανερχόμενη δημιουργός από την Αυστραλία, δεν τοποθετείται για πρώτη φορά στις σκοτεινές εμπειρίες που μια μέση γυναίκα βιώνει στην καθημερινότητά της, όπως χαρακτηριστικά με το ντοκιμαντέρ «Ukraine Is not a Brothel» και το καθηλωτικό «The Assistant», το οποίο επίσης αποτυπώνει το σεξισμό μιας γυναίκας στο χώρο εργασίας της.
Αλλά, ενώ πραγματικά η ταινία δημιουργεί το σασπένς ενός ψυχολογικού θρίλερ, δεν παίζει με τους κλασικούς κανόνες του είδους. Ο θεατής δεν αισθάνεται φοβισμένος από την αρχή, αλλά ξεκινά εξαρχής να αισθάνεται παραβιασμένος.
Παρόλα αυτά, η σκηνοθέτιδα χρησιμοποίησε τις σκηνές βίας με μια δόση υπερβολής -ως προς το πλήθος και τη διάρκειά τους-για να περάσει αυτό το σημαντικό μήνυμα: την επικίνδυνη τροπή που μπορεί να πάρει η αντρική «προσοχή» και στον αντίποδα η καθολική γυναικεία συμμετοχή σε αυτή την προσπάθεια.
Οι δύο γυναίκες αντιπροσωπεύουν δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Τις γυναίκες που αντιλαμβάνονται τις προβληματικές της πατριαρχίας και αναγνωρίζουν τις παραβιαστικές συμπεριφορές των ανδρών- από τη μια- και τις άλλες που όλα αυτά τα θεωρούν κανονικότητα. Και είναι αυτή η λέξη-κανονικότητα- που οδηγεί και στην μη αντίδραση ή την δαιμονοποίηση αυτής.
Πέραν του ότι πήρε πολλά ακραία περιστατικά μέχρι και οι δύο πλέον να αντιληφθούν το μέγεθος του κινδύνου, η Κίτι Γκριν μας άφησε με πολλά ερωτηματικά για τους χαρακτήρες. Η Liv αναφέρει με απογοήτευση στη Hannah ότι νόμιζε πως ο στόχος ήταν να αφήσουν πίσω όλα όσα τις περίμεναν στο σπίτι, χωρίς όμως να μάθουμε ποτέ τι σήμαινε αυτό για αυτήν. Ήταν άραγε η καθημερινότητα αυτή απ΄την οποία έτρεχε μακριά ή κάποια άσχημη εμπειρία; Επιπλέον, το αίσθημα προστασίας- και αυτοπροστασίας- της Hannah δεν είναι (μάλλον) αποκλειστικά απόρροια της συνειδητοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης που αμφότερες οι τουρίστριες υφίστανται στο επαρχιακό μπαρ, μα αφήνει το υπονοούμενο ότι έχει υπάρξει κάποιο τραύμα που ενισχύει τις αντιδράσεις της. Ίσως δεν είχε σημασία, μιας και η πατριαρχία είναι το ίδιο καταπιεστική για όλες τις θηλυκότητες και η σκηνοθέτης εμφανώς ήθελε να εστιάσει σε αυτό. Ωστόσο, μια καλύτερη γνωριμία με τις πρωταγωνίστριες ίσως δημιουργούσε μια μεγαλύτερη ταύτιση μαζί τους και με το πώς ακόμα και η πιο δύσπιστη Liv αντιλαμβάνεται την ανδρική κακοποίηση.
Σίγουρα, το αποτέλεσμα, παρά τις ορισμένες προβληματικές του, άφησε πίσω του ένα σχετικά θετικό αίσθημα. Και η τελευταία σκηνή, που θυμίζει κάτι από Thelma και Luise, με τις δύο γυναίκες να συμπάσχουν τελικά η μία με την άλλη, να καίνε το μαγαζί (και τις τοξικές αναμνήσεις που έζησαν μαζί του) και να φεύγουν πια συμφιλιωμένες, αφήνοντάς μας με έναν επίλογο γεμάτο γυναικεία ενδυνάμωση.




0 comments