“Amici Miei”: Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας…

 

Η μεγάλη οθόνη που στέκει μπροστά σου στωική, λαμπυρίζει και σε ψυχανεμίζεται… Γέρνει μπροστά στα μάτια σου και η ανάσα της είναι μια συμπαντογένεση. Κατεβαίνει μια παναγίτσα – madonna περίλυπη – κάποιες φορές από την οροφή, άλλοτε από το κεφάλι σου, σε κοιτά αυστηρή μέσα από τον εσωτερικό καθρέφτη ενώ η παρέα μια ζωή τραγουδά στο αυτοκίνητο. Κι η διττότητα όσων είδες μα ποτέ δεν πίστεψες βαθαίνει, ωστόσο οι φίλοι δημιουργούν ουρά πίσω από τη θνητότητα γελώντας ξοπίσω της με λυγμούς…

Σε μία τάση αναβίωσης των παιδικών και νεανικών τους χρόνων, τέσσερις μεσήλικες φίλοι από τη Φλωρεντία οργανώνουν οκνηρά εκδρομές και φάρσες, κάθε φορά που οι ίδιοι αισθάνονται την ανάγκη να δραπετεύσουν από τις ζωές τους και την αποπνικτική τριβή της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας. Στο συνονθύλευμα όλων αυτών των σκανδαλισμών που ολοένα κλωθογυρίζουν την πραγματικότητά τους, οι ισορροπίες διαταράσσονται, τόσο οι σχέσεις με την ίδια τους την ύπαρξη όσο και με τα κοντινά τους πρόσωπα ανακατεύονται, καταπίνονται ή δεσμεύονται από το χάος. Συνεπώς, η μόνη παράμετρος που αφήνεται με μερικούς βαθμούς ελευθερίας είναι ο χρόνος. Απομένει λοιπόν, το εξής ερώτημα – νικιέται ο χρόνος και το αναπόφευκτο πέρασμά του; Νικιέται ο χρόνος και τι γίνεται άραγε με τις πληγές που δημιουργεί μα μάταια υπόσχεται να θεραπεύσει;

Έργο του Pietro Germi (1914 - 1974) – στον οποίο αποδίδεται φόρος τιμής στους τίτλους έναρξης – και σκηνοθετημένο από τον Mario Monicelli (1915 - 2010) το “Amici Miei” (1975) παρουσιάζεται και σκηνοθετείται με τρόπο λιτό και όμορφο. Έτσι, αφομοιώνει στην κομψότητά του στοιχεία του Ιταλικού Νεορεαλισμού, με τη πλοκή να δομείται γύρω από τη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες και την ενίοτε σφοδρότητά της που οι ίδιοι αποπειρώνται να εγκαταλείψουν. Ταυτόχρονα, το φιλμ χωροθετείται ειδολογικά στη Commedia all'italiana (“comedy in the Italian way”) που άνθισε στον Ιταλικό κινηματογράφο από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σατιρική και φαρσική ιδιομορφία με γκροτέσκες επεκτάσεις υφαίνουν το κωμικό περιεχόμενο, το οποίο συντονίζεται στη κοινωνική συχνότητα της περιόδου. Ωστόσο, το μελαγχολικό υπόβαθρο όπου προβάλλεται η εννοιολογική εμβρίθεια της ταινίας καθώς και η κοινωνική κριτική, πότε-πότε αραιώνει το κωμικό στοιχείο. 

“Η ταινία αυτή είναι η ζωή”, μου λέει ένας αγαπημένος φίλος. Η αλήθεια είναι, κάπως έτσι το εξέλαβα κι εγώ στον νου μου. Όντως, το «Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου», του Mario Monicelli, σκιαγραφεί με κάθε του καρέ την ίδια τη ζωή. Αυτή που ανόητα νομίζουμε ότι ξέρουμε αλλά εν τέλει δεν γνωρίζουμε ούτε στο ελάχιστο. Τη ζωή που γίνεται σκληρή και άσπλαχνη στην ελαφρότητά της, όμορφη στην οδύνη κι ασχήμια της, που ακτινοβολεί λαβωμένη ενώ ξεψυχά και σε ικετεύει να μην της δώσεις εσύ τη χαριστική βολή, αλλά να επιτρέψεις σε εκείνη να σε αποσώσει. Τη ζωή, που φέρνει όλα τα αντίστροφα και παράδοξα του κόσμου, τόσα που δεν τα χωρά πλέον η ψυχή σου και φτάνεις να γελάς, να κλαις, να γελάς την ώρα που είναι να κλάψεις ή να κλαις ενώ θα έπρεπε να γελάς.  Μένεις, επομένως, μόνη, πνιγμένη από το δίκιο και το άδικό σου, να αναρωτιέσαι αν αξίζει ό,τι χρειάζεται για να τα σκοτώσεις και τα δύο, να απορείς αν τελικά απολυτρώνεται ο χρόνος… 

Μήπως γνωρίζουμε τι είναι ο χρόνος; Θαρρείς ότι προσποιούμαστε ότι είναι σαφώς ορισμένος, τακτοποιημένος στο μυαλό και τις συμβάσεις μας σε μια απέλπιδα προσπάθεια να απολυτρωθεί. Τι είναι ο χρόνος, ποιον από όλους θα διαλέξεις; Κι αν επιλέξεις κάποιον αστρικό, θα σε φτάσει όντως στα αστέρια; Τι είναι λοιπόν ο χρόνος, πέρα από μια γωνία φωλιασμένη στις διαστάσεις του χώρου… Μια γωνία που συνεχώς γελάει και μεταβάλλεται, σε μασάει και σε φτύνει, μια παρατήρηση ή και ένας υπολογισμός. Μια γεωμετρία, μια φιλοσοφία, μπλεγμένες μεταξύ τους άρρηκτα από την αρχή έως το άπειρό τους. Όταν το παρελθόν προσπερνά το παρόν και τρέχει να κρυφτεί στο μέλλον, μα δεν το βρίσκει εκεί γιατί το φυλά στις εικασίες του, όταν το μέλλον αποστρέφει το βλέμμα του από επάνω σου κι απλώνει απεγνωσμένα το χέρι του στο παρελθόν, τότε το τι ήταν και η πιθανότητα του τι θα μπορούσε να συμβεί δεν είναι πάρα δυο μοίρες παρούσες στο θρήνο της ίδιας γυάλινης αιωνιότητας. Κι ο ουροβόρος όφις εξακολουθεί τον αέναο κύκλο ώστε ο χρόνος να είναι αλύτρωτος…

Ίσως, για αυτόν ακριβώς το λόγο, τίποτα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ίσως, όπως κι οι τέσσερις – μετέπειτα πέντε – φίλοι, μπορέσεις να ησυχάσεις αν κοιτάξεις την κωμωδία της κατάστασης. Ακόμη κι όταν η ζωή που στέκεται μπροστά σου γελάει σκωπτικά, μεθυσμένη από τις θάλασσες που αποπίνει απ’ τα βλέφαρά σου, κατορθώνει πάντοτε, με έναν μυστήριο τρόπο, να σου ψελλίσει φευγαλέα δύο ή τρεις κουβέντες – άλλοτε γλυκές, τις περισσότερες φορές πικρές, ή ακόμη και γλυκόπικρες – που είτε πρέπει, είτε απλώς έχεις ανάγκη να ακούσεις. Κι ενώ ο ήχος της φωνής της εξανεμίζεται, σου κλείνει μια τελευταία βιαστική φορά το μάτι, ώστε να σου υπενθυμίσει ότι εν τέλει, μπορείς – όπως εκείνη – να την βλέπεις λιγότερο στα σοβαρά. Διότι έχει επίγνωση η ζωή της ματαιότητάς της, την έχεις νιώσει κι εσύ. Δεν υπάρχει, όμως τίποτα πιο μάταιο από το να την ξεκοκαλίζεις κάθε νύχτα, με μια κρυφή ελπίδα ότι ίσως καταφέρεις να βρεις στα σπλάχνα της το νόημά της, ή έστω μερικά θραύσματα χαμένου νου.

Άλλωστε, μπορεί ο χρόνος να είναι αλύτρωτος, όχι όμως κι όλες οι στιγμές. Είναι φορές που η φίλη σου γέρνει μαλακά το κεφάλι της στον ώμο σου καθώς γελάει και σου ψιθυρίζει κάτι που μόνο οι δυο σας καταλαβαίνετε, φορές που χαϊδεύεις πλατωνικά τα μαλλιά της κοπέλας στο μπαρ… Στιγμές που η θάλασσα μοιάζει ασημένια κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, στιγμές που το άγγιγμα στη μέση σου είναι ελαφρύ, δεν μαρμαρώνεις. Αναπολείς στιγμές που έτρεχες στον μακρύ διάδρομο με εκείνον τον φίλο με τα βαμμένα φανταχτερά μαλλιά, να προλάβετε το τραγούδι που ακούγονταν υπόκωφα από το πάρτι. Προσπαθείς να ξεχάσεις τις στιγμές που έτρεχες στον ίδιο διάδρομο, με τις φτέρνες ματωμένες από τα τακούνια κι αναφιλητά να σπαρταρούν στο λαιμό σου. Απομένει, πριν το ξημέρωμα, μια μοναδική απόφαση· με ποιους θα μοιραστείς τη χαρμολύπη της ζωής; Ποιους φίλους θα διαλέξεις ώστε να λυτρώσετε μαζί τις στιγμές σας;

Είναι βαριά η ζωή που κουβαλάς, μα όσο τη κρατάς, άλλο τόσο σε  κρατάει κι εκείνη. Κι όταν η βαρύτητα ανοίγει την αγκαλιά της και σε σέρνει στο κέντρο του κόσμου, όταν η μέση σου είναι σπασμένη σε χίλια κομμάτια από τη πτώση, πάντα υπάρχει η ελπίδα ότι κάποιος φίλος θα βάλει τα χέρια του κάτω από τα δικά σου για αντίσταση. Όμως ακόμη κι αν κανένας δεν εμφανιστεί, κάποτε ίσως να βρεθούν ένα σωρό φίλοι εντιμότατοι, αρκεί να τους αναζητήσεις σιωπηλά στα σύμπαντα της μεγάλης οθόνης…  

“Everywhere is here & every when is now…”

    - Dante Alighieri - 

0 comments