Backrooms: Ο λαβύρινθος του τραύματος

 

Υπάρχουν εικόνες που προκαλούν δυσφορία χωρίς να περιέχουν τίποτα το απειλητικό. Ένας ατελείωτος διάδρομος, ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, το μονότονο βουητό ενός φθορίζοντος φωτιστικού. Είναι χώροι καθημερινοί, σχεδόν αδιάφοροι, κι όμως έχουν αδειάσει από κάθε ανθρώπινη παρουσία, παρόλα αυτά διατηρούν το αποτύπωμά της. 

Τα λεγόμενα liminal spaces είναι μέρη που σχεδιάστηκαν για να περνά κανείς από μέσα τους και όχι για να παραμένει. Ίσως γι’ αυτό προκαλούν τόση δυσφορία. Βρίσκονται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος όταν προσπαθεί να διαχειριστεί μια απώλεια, ένα τραύμα ή μια αλλαγή που αδυνατεί ακόμη να κατανοήσει.

Αυτή ακριβώς την αίσθηση αξιοποίησε ο Kane Parsons στη μικρού μήκους Backrooms: Found Footage, το φαινόμενο που γεννήθηκε μέσα από την κουλτούρα του διαδικτύου και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους σύγχρονους horror μύθους. Στη μεγάλου μήκους μεταφορά του 2026, ο Parsons διατηρεί τον πυρήνα αυτής της ιδέας, διευρύνοντάς την σε μια ιστορία που δεν αφορά μόνο τον τρόμο του αγνώστου, αλλά και την ψυχολογία της αποξένωσης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Clark (Chiwetel Ejiofor), ένας άνδρας που ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες πέρασμα κάτω από το κατάστημα επίπλων του και έρχεται αντιμέτωπος με τα Backrooms, έναν αχανή λαβύρινθο από επαναλαμβανόμενους χώρους που μοιάζουν να υπάρχουν έξω από τους νόμους της πραγματικότητας. Δίπλα του βρίσκεται η Dr. Mary Kline (Renate Reinsve), η οποία αρχικά επιχειρεί να προσεγγίσει την εμπειρία του μέσα από τη λογική και την επιστήμη, πριν συνειδητοποιήσει πως τα Backrooms αμφισβητούν όχι μόνο τη φυσική πραγματικότητα αλλά και την ίδια τη συγκρότηση της ανθρώπινης συνείδησης.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας βρίσκεται ακριβώς εδώ: στην αντιμετώπιση των Backrooms ως ψυχικού τοπίου. Μέσα από μια ψυχαναλυτική ανάγνωση, ο ατελείωτος λαβύρινθος μπορεί να ιδωθεί ως μια υλοποίηση του τραύματος. Όπως συμβαίνει συχνά με τις τραυματικές εμπειρίες, έτσι και στα Backrooms ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Οι χώροι επαναλαμβάνονται αδιάκοπα, η έξοδος παραμένει άπιαστη και κάθε προσπάθεια προσανατολισμού οδηγεί ξανά στο ίδιο σημείο. Πρόκειται για μια συνθήκη που θυμίζει την επαναληπτικότητα του ψυχικού τραύματος, όπου το άτομο επιστρέφει διαρκώς σε μια εμπειρία που αδυνατεί να επεξεργαστεί και να αφήσει πίσω του.

Ο Clark λειτουργεί ως φορέας αυτής της εμπειρίας. Η περιπλάνησή του δεν μοιάζει μόνο με φυσική μετακίνηση, αλλά με κατάβαση σε ένα ασυνείδητο γεμάτο κενά, φόβους και καταπιεσμένες μνήμες. Η Mary, αντίθετα, εκπροσωπεί την προσπάθεια ερμηνείας και νοηματοδότησης αυτού του χάους. Ωστόσο, όσο περισσότερο προχωρά η αφήγηση, τόσο περισσότερο γίνεται σαφές πως ορισμένα τραύματα δεν μπορούν να εξηγηθούν πλήρως. Μπορούν μόνο να βιωθούν.

Ο Parsons αξιοποιεί εξαιρετικά τη found footage αισθητική που καθιέρωσε το αρχικό φιλμ. Οι θολές εικόνες, οι παραμορφώσεις του ήχου και η αδιάκοπη βουή των φώτων δημιουργούν μια αίσθηση αποπροσανατολισμού που ενισχύει τη συμβολική διάσταση της ταινίας. Τα Backrooms δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι η ενσάρκωση της μοναξιάς, της αποσύνδεσης και της αίσθησης ότι έχεις παγιδευτεί σε μια πραγματικότητα που συνεχίζει να υπάρχει χωρίς εσένα.

Κάπως έτσι, τα Backrooms ξεπερνούν τα όρια μιας ακόμη κινηματογραφικής μεταφοράς ενός internetικού μύθου. Είναι μια ταινία για τους χώρους που κουβαλάμε μέσα μας, για τις μνήμες που αρνούνται να εγκαταλείψουν το παρόν και για τον τρόμο του να χάνεις σταδιακά τον προσανατολισμό σου απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Και γι’ αυτό, παρά τα όποια αφηγηματικά της ατοπήματα, παραμένει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές προσεγγίσεις του σύγχρονου τρόμου.

0 comments