Black Stone: Γεφυρώνοντας τα κενά μεταξύ μας με ράμπες και χαμόγελα
Ιούνιος. Πέμπτη βράδυ. Εισιτήρια, δύο παγωμένες μπίρες στο χέρι και ένα ζακετάκι για την ψυχρούλα. Πρώτο θερινό σινεμά του χρόνου, το οποίο συνιστά για μένα την επίσημη έναρξη ενός πολλά υποσχόμενου καλοκαιριού. Βρεθήκαμε, λοιπόν, στο «Άνεσις» για να δούμε την ταινία του Σπύρου Ιακωβίδη, «Black Stone», με τον αινιγματικό τίτλο που εξαιτίας του αγγλικού του ονόματος δεν προδίδει απευθείας ότι πρόκειται απλά για την ελληνική έκφραση «έριξε πίσω του μαύρη πέτρα».
Τα φώτα σβήνουν, το δροσερό θερινό αεράκι περνά ανάμεσα από οθόνη και θεατές και η ταινία ξεκινάει. Ως άνθρωπος που χρόνια περιμένω μια ελληνική εκδοχή του The Office (όχι με τον Σεφερλή), με χαροποίησε ιδιαίτερα το κονσεπτ με το κινηματογραφικό στούντιο που πήγε να αποτυπώσει την ζωή των δημοσίων υπαλλήλων σε μια τοπική ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), με απώτερο σκοπό να δείξουν την καθημερινότητά τους και πολλές φορές την απουσία τους από το χώρο εργασίας, ζώντας κάπως μια «διπλή ζωή».
Αυτό που ξεκινά, όμως, σαν ντοκιμαντέρ καταλήγει να γίνεται μια προσπάθεια αναζήτησης του Πάνου Δόλογλου, υπάλληλου που φαίνεται να έχει εξαφανιστεί εδώ και μερικές μέρες. Έτσι, το αντικείμενο εστίασης των κινηματογραφιστών ξεφεύγει από τον αρχικό του σκοπό και προσηλώνεται στο σπίτι της κυρίας Χαρούλας Δόλογλου, μητέρας του Πάνου, και του γιου της Λευτέρη, που είναι άτομο με αναπηρία. Όλοι μαζί- με την «από μηχανής» βοήθεια ενός μαύρου ταξιτζή- μπαίνουν σε ένα ταξίδι αναζήτησης του Πάνου, ξετυλίγοντας το πολύπλοκο νήμα της διπλής ζωής του, μέρος της οποίας έκρυβε καλά από την οικογένειά του και περιέχει κομμάτια λίγο πιο «σκοτεινά» από ότι πίστευαν οι δικοί του άνθρωποι.
Η πραγματική περιπέτεια δεν είναι μόνο να ανακαλύψουν σταδιακά οι κεντρικοί χαρακτήρες ποιος ήταν πραγματικά ο Πάνος και τι τον οδήγησε να ρίξει πίσω του μαύρη πέτρα, αλλά και να αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους μέσα από αυτήν την απώλεια. Η κυρία Χαρούλα, ίσως η πιο τραγική φιγούρα στην υπόθεση, ξέρει καλά τι εστί απώλεια. Από το χαμό του άντρα της, στον οποίο στηριζόταν και της άφησε μόνο ευθύνες και ένα πακέτο τσιγάρα μετά το θάνατό του, άρχισε να βασίζεται στον μεγαλύτερο γιο της, οικονομικά αλλά και σωματικά, για την κάλυψη των αναγκών του Λευτέρη. Είναι υπερπροστατευτική, θρησκευόμενη, δεν ξέρει πώς λειτουργεί το ίντερνετ, με τις δικές της προκαταλήψεις και μια ξενοφοβία που βασίζεται στην άγνοια και όχι στο μίσος.
Όλοι μας γνωρίζουμε μια κυρία Χαρούλα. Ίσως είναι η μαμά μας, η θεία μας ή μια καλόκαρδη γειτόνισσα που μας λέει καλημέρα και μας αφήνει που και που ένα πιάτο φαΐ, αν μας συμπαθεί και λίγο παραπάνω. Η κυρία Χαρούλα, όπως κάθε κυρία Χαρούλα που ξέρουμε, αναβλύζει δύναμη. Αλλά ο χρόνος ήταν σκληρός μαζί της και γνωρίζει πως οι δυνάμεις της δεν της επιτρέπουν να είναι αυτάρκης όπως ήταν. Για αυτήν, ο Πάνος στον οποίο βασιζόταν απώλεια δεν θα μπορούσε ποτέ να την εγκαταλείψει ούτε να έχει παρανομήσει ποτέ, άλλωστε είναι ο γιος της, ζούσαν στο ίδιο σπίτι, γίνεται να μην ξέρεις καθόλου το ίδιο σου το παιδί;
Ο Λευτέρης από την πλευρά του αντιπροσωπεύει τη μιζέρια ενός ανθρώπου που η ζωή του τσακίζεται εξαιτίας της αναπηρίας του, σε μια χώρα που δεν έχει καλά καλά ούτε ράμπες στα πεζοδρόμια, πόσο μάλλον επιδόματα αναπηρίας ή παροχή στήριξης στις οικογένειες. Με τη σειρά της η μιζέρια του Λευτέρη φέρνει αμφιλεγόμενες απόψεις και μικρούς «εθισμούς», μία με το πορνό, μία με τους αθλητικούς αγώνες και τα ηλεκτρονικά, ζώντας εκεί τη ζωή που δεν έζησε.
Στην πραγματικότητα, ο ερχομός ενός «ξένου», του Μιχάλη, ενός καλόκαρδου ταξιτζή από την Κυψέλη, αλλά με καταγωγή από την Αφρική – τον οποίο υποδύεται ο Νέγρος του Μοριά- θα φέρει την μικρή αυτή «αυτοσχέδια» οικογένεια σε επαφή με τον χαμένο γιο και αδερφό της. Επιπλέον, θα γεμίσει κενά που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι τους επηρέαζαν, την σταδιακή αποδοχή για τους μετανάστες για την κυρία Χαρούλα και έναν φίλο για τον Λευτέρη, γεμίζοντας την μοναξιά τους μαζί, αλλά και στον καθένα ξεχωριστά και για άλλους λόγους. Οι χαρακτήρες θα έρθουν τελικά στην συνειδητοποίηση ότι ο Πάνος τους είχε φύγει πολύ πριν αποχωρήσει με την σωματική παρουσία του.
Όσο για το γιατί έφυγε; Ήταν πολλά τα σεμεδάκια, πολλά τα βάρη και ως φυσική αντίδραση των περισσότερων ανθρώπων. Από την επιλογή Fight or Flight, ο Πάνος επέλεξε το δεύτερο, που όμως δεν πήγε ακριβώς όπως περίμενε. Και μόνο αυτά θα σας πω για την ώρα. Η ερμηνεία της Ελένης Κοκκίδου, που μέχρι τώρα είχαμε κάπως συνηθίσει στο ρόλο της Βούλας στο «Μην αρχίζεις τη Μουρμούρα», λάμπει με έναν διόλου επιτηδευμένο τρόπο. Ο Νέγρος του Μοριά, επίσης, είναι μια ευχάριστη έκπληξη ερμηνευτικά και μια απαραίτητα κωμική νότα στην γλυκόπικρη ιστορία του Black Stone. Φυσικά, το ύφος ντοκιμαντέρ που επέλεξε ο σκηνοθέτης ως προσέγγιση είναι το κλειδί για αυτή την άμεση επικοινωνία με το θεατή, η οποία παράλληλα φαίνεται φυσική και αντιληπτή για κάθε είδους θεατή, σινεφίλ ή όχι. Είναι η απόδειξη πως η συνταγή για μια επιτυχημένη ταινία είναι με κάποιο τρόπο να «μιλάει» στην καρδιά του κοινού της. Και αυτό το πέτυχε, για αυτό και απέσπασε τόσα βραβεία.
Μπορεί το Black Stone να δίνει την πρώτη εντύπωση μιας θλιβερής ιστορίας Αλλά δεν είναι, ούτε εστιάζει μόνο στην απώλεια. Είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας από τη μία και ένα όμορφο μήνυμα για την σημασία της συλλογικότητας από την άλλη. Ειδικά σε καταστάσεις που το ίδιο το κράτος εγκαταλείπει τους πολίτες του, σημασία έχει να έχουμε ο ένας τον άλλον, να ξεπερνάμε τα κακά μας στοιχεία και τον πόνο του παρελθόντος και να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλο. Να φτιάχνουμε ράμπες εκεί που δεν υπάρχουν, να δίνουμε ένα πιάτο φαΐ και ένα χαμόγελο στα δύσκολα και να ρίχνουμε μαύρη πέτρα στη μαύρη μας πραγματικότητα.
Να πάτε να δείτε το Black Stone. Να πάτε σε ένα θερινό με την παρέα σας. Αλλά καλύτερα, να πάρετε μαζί σας τη μητέρα σας, θα με θυμηθείτε.




0 comments